Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Δυναμιτίζει το κλίμα ο Ταλάτ - Στην Κύπρο υπάρχει ένα κράτος και ένας λαός, τονίζει ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος

Στην Κύπρο υπάρχει μόνο ένα κράτος, το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ένας μόνο λαός, που αποτελείται από δύο κοινότητες, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή, διεμήνυσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφανος Στεφάνου. Ο κ. Στεφάνου σχολίαζε σε γραπτή δήλωση, τις τουρκικές θέσεις περί σύστασης νέου συνεταιρικού κράτους στην Κύπρο και περί δύο ιδρυτικών κρατών, όπως διατυπώθηκαν στην Άγκυρα σε κοινή διάσκεψη τύπου του Τούρκου Προέδρου Αμπντουλάχ Γκιούλ και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Οι θέσεις αυτές, υπογραμμίζει στη γραπτή του δήλωση ο κ. Στεφάνου, δεν βοηθούν στη διατήρηση του κατάλληλου κλίματος ενόψει της έναρξης των απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων στις 3 Σεπτεμβρίου.

Επιπρόσθετα, συνεχίζει, αυτές οι θέσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση τα όσα έχουν συμφωνήσει οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων για τη βάση διαπραγμάτευσης και κονταροκτυπιούνται με ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, που καθορίζουν τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με μία και μόνη κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα, στο πλαίσιο της οποίας θα υπάρχει πολιτική ισότητα μεταξύ των δύο κυπριακών κοινοτήτων, ως την επιδιωκόμενη λύση στο κυπριακό.

Υπογραμμίζει ακόμη ότι ενόψει της έναρξης των απευθείας διαπραγματεύσεων, πρέπει να αποφεύγονται δηλώσεις που δυναμιτίζουν το κλίμα και σπέρνουν την αμφιβολία για τις προθέσεις της κάθε κοινότητας.

Ο κ. Στεφάνου διαβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι ο πρόεδρος Χριστόφιας, προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με καλή θέληση, αποφασιστικότητα και ευελιξία, αλλά και με συνέπεια στις αρχές λύσης του κυπριακού, όπως καθορίζονται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου, στα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, στις αρχές του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου και στα όσα έχουν συμφωνήσει οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων στις μεταξύ τους συναντήσεις.

Ο στόχος, καταλήγει ο κ. Στεφάνου, είναι να εξευρεθεί λύση που να είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον ολόκληρου του κυπριακού λαού το συντομότερο δυνατό.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

*Ας ξυπνήσουν επιτέλους οι κυβερνώντες από το λύθαργο του καλού κλίματος και τα φαγοπότια του υπουργικού στα εξοχικά, κι ας συνειδητοποιήσουν ότι με τους λανθασμένους τους χειρισμούς έχουν καταντήσει κορόιδα του Ταλάτ, της Τουρκίας και του κατοχικού στρατού.

*Ο Ταλάτ επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά ότι η βάση λύσης του κυπριακού προβλήματος ποτέ δεν είχε ξεκαθαρίσει και ότι στις Τεχνικές επιτροπές και στις ομάδες εργασίας, σημειώθηκε σοβαρότατη ολίσθηση αντί για πρόοδο. Που πας κύριε Χριστόφια; Πότε θα πεις την αλήθεια στον κυπριακό λαό;

*Αξίζει να σημειώσουμε ότι όλα τα κόμματα πλην του κυβερνόντος και του κόμματος της ΕΟΚΑ Β', τόνιζαν με έντονο ύφος μερικές φορές τα πιο πάνω συμπεράσματα, αλλά έβρισκαν απέναντι τους τον μεγάλο αγώνα που διεξάγουν τα δίδυμα κόμματα για φίμωση της αντίθετης άποψης. ΕΥΓΕ "υπέρμαχε της δημοκρατίας" Πρόεδρε!

Ξέσπασμα από Ιακώβου - Δεν αφήνουν Ελληνοκύπριους προσκυνητές να μεταβούν στον Άγιο Μάμα

Με δεμένα τα χέρια από τους στρατιωτικούς μεταβαίνει στις απευθείας διαπραγματεύσεις ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ένα μικρό θέμα μετάβασης Ελληνοκυπρίων σε οργανωμένο προσκύνημα στην κατεχόμενη Μόρφου, για το οποίο η τουρκική πλευρά απάντησε αρνητικά, οδήγησε χθες τον Προεδρικό Επίτροπο, Γιώργο Ιακώβου να αποχωρήσει από τη συνάντηση με το σύμβουλο του Τουρκοκύπριου ηγέτη, Οζντίλ Ναμί. Σύμφωνα με πληροφοορίες, οι στρατιωτικοί δεν επιτρέπουν στον Ταλάτ να συναινέσει στο αίτημα της ελληνικής πλευράς καθώς θεωρούν πως θα δημιουργηθεί προηγούμενο αλλά και επειδή «μπορεί να θεωρηθεί προπομπός της διάνοιξης του οδοφράγματος του Λιμνίτη».

Είναι πρόδηλο, όπως σημείωναν αρμόδιες πηγές, πως από τη στιγμή που ο Ταλάτ δεν μπορεί να αποφασίσει για τα μικρά ζητήματα, οι διαπραγματεύσεις δεν θα προχωρήσουν.

Το κλίμα που διαμορφώνεται, λίγα 24ωρα πριν την έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων, είναι αρκούντως αρνητικό. Η Λευκωσία έχει διευκολύνει τον Ταλάτ σε μια σειρά ζητήματα ενώ αυτός ακολουθεί την τακτική των ατέρμονων συζητήσεων, χωρίς κατάληξη.

Σημειώνεται πως προηγήθηκε η μετάβαση των Τουρκοκυπρίων στα Κόκκινα, διά του οδοφράγματος του Λιμνίτη, στις 8 Αυγούστου, παρά τις ενστάσεις των κατοίκων της περιοχής. Ο κοινοτάρχης Κάτω Πύργου, Κώστας Μιχαηλίδης, σαφώς ενοχλημένος με τις εξελίξεις, κάλεσε υπό το φως της αρνητικής στάσης των Τούρκων, τόσο τον μητροπολίτη Μόρφου όσο και τον Δήμαρχο της κατεχόμενης πόλης, να μη μεταβούν στον Άγιο Μάμα. Ο μητροπολίτης, που απουσιάζει στο εξωτερικό, θα συζητήσει το όλο θέμα μετά την επιστροφή του.

Διάβημα στον ΟΗΕ για τις παραβιάσεις


Η Κύπρος διαμαρτυρήθηκε στα Ηνωμένα Εθνη για τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου της από την Τουρκία και ζήτησε τον άμεσο τερματισμό τους. Ο Επιτετραμμένος της Κύπρου στα Ηνωμένα Εθνη Λούης Τηλεμάχου απέστειλε την 1η Αυγούστου επιστολή διαμαρτυρίας προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Μπαν Κι - μουν, στην οποία καταγγέλλει νέες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου της Κύπρου από την Τουρκία που σημειώθηκαν από τις 2 Ιουνίου μέχρι τις 29 Ιουλίου. Στο διάβημα τονίζεται ότι η μη τήρηση των κανονισμών της εναέριας κυκλοφορίας από την Τουρκία συνιστά παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της και σοβαρή απειλή για την ασφάλεια των πτήσεων στην περιοχή. Συγχρόνως, αναφέρεται η προσπάθεια αναβάθμισης μιας παράνομης αποσχιστικής οντότητας που βρίσκεται στην κατεχόμενη περιοχή της Δημοκρατίας εις βάρος μιας κυρίαρχης χώρας, μέλους των Ηνωμένων Εθνών και της ΕΕ, είναι αντίθετη με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δίκαιου και των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών, με σοβαρές επιπτώσεις για την ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή. Η επιστολή κυκλοφόρησε χθες ως επίσημο έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών.


Βέβαια εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Σύμφωνα με το έγγραφο που έχουμε εμείς στα χέρια μας, προηγήθηκε ακόμα μια καταγγελία στις 16 Απριλίου του 2008 από τον κ.Ανδρέα Μαυρογιάννη. Το ΡΙΚ όμως ποτέ δεν δημοσιοποίησε αυτή την καταγγελία. Που πήγε άραγε η ΕΓΚΥΡΗ και ΕΓΚΑΙΡΗ ενημέρωση που οφείλει να παρέχει το κρατικό κανάλι στον κυπριακό λαό;

Αρχεία Φόρεϊν Όφις 1977: H βρετανική «ματιά» στα τεκταινόμενα της Ελλάδας

Του Θανάση Γκαβού

Αποχαρακτηρίστηκαν πριν από λίγες ημέρες, τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις για το 1977. Οι βρετανικές εκτιμήσεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έχουν, μετά από 30 χρόνια, ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτικό ενδιαφέρον.
Οι πρόωρες εκλογές που διεξήχθησαν στην Ελλάδα στις 20 Νοεμβρίου του 1977 είναι το κύριο σημείο στο οποίο εστίασαν την προσοχή τους οι πολιτικοί και διπλωμάτες του βρετανικού Φόρεϊν Όφις, σύμφωνα με τα αρχεία της χρονιάς εκείνης που αποχαρακτηρίστηκαν πριν από λίγες ημέρες, με την πάροδο 30 ετών. Έντονο ενδιαφέρον επέδειξε επίσης το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών για την αύξηση της εκλογικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ και την επίσκεψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Λονδίνο.


Προεκλογικές εκτιμήσεις


Εσωτερική πολιτική κατάσταση
Σε διπλωματική αναφορά της βρετανικής πρεσβείας της Αθήνας προς στο Φόρεϊν Όφις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου, με εκτιμήσεις περί της κατάστασης των ελληνικών κομμάτων, σημειώνεται ότι η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναμενόταν ευρέως να ανανεώσει τη λαϊκή εντολή, αλλά με μείωση του ποσοστού της. Πτώση αναμενόταν και για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την ΕΔΗΚ του Γεώργιου Μαύρου.
Αντίθετα, προβλεπόταν ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ και των κομμάτων της αριστεράς, αν και όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, πολλοί από αυτούς που δήλωναν σε δημοσκοπήσεις ότι θα ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ παρασύρονταν αρχικά από τη φλογερή ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά στην κάλπη θα δίσταζαν να δώσουν την ψήφο τους στο κόμμα. Πάντως το ΠΑΣΟΚ περιγράφεται ως το μόνο κόμμα με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του πριν από τις εκλογές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Κόμμα των Νεοφιλελεύθερων που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το οποίο δεν αναμενόταν να έχει την άμεση απήχηση που επιθυμούσε ο ιδρυτής του. Οι Βρετανοί διπλωμάτες σχολιάζουν ότι ο Κρητικός πολιτικός επιθυμούσε να κερδίσει ψήφους όχι μόνο από την κεντροδεξιά από όπου προερχόταν αλλά και από την άκρα δεξιά, αν και επισημαίνεται η φημολογία περί ίδρυσης ακροδεξιού, φιλοβασιλικού κόμματος, που μετουσιώθηκε τελικά στην Εθνική Παράταξη του Στέφανου Στεφανόπουλου.
Ωστόσο, εκτιμάται ότι ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος δε θα έδινε την προφανή στήριξή του σε ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα, καθώς ήταν αδύνατο να συγκεντρώσει πάνω από το 30% των ψήφων, ποσοστό αυτών που είχαν ψηφίσει υπέρ της μοναρχίας στο σχετικό δημοψήφισμα. Όπως σημειώνεται, «αν ο τέως θέλει να διατηρήσει οποιαδήποτε ελπίδα επιστροφής, θα προτιμήσει να συντηρήσει αυτό το μύθο του 30%, παρά να στηρίξει ένα αδύναμο κόμμα».
Η βρετανική πρεσβεία και το Γραφείο Νότιας Ευρώπης του Φόρεϊν Όφις συμφωνούσαν ότι τα μεγάλα ερωτήματα των εκλογών ήταν κατά πόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου θα κατάφερνε να πάρει τη θέση του Γεωργίου Μαύρου ως ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ποια θα ήταν η δύναμη των κομμουνιστικών κομμάτων, διαιρεμένων σε ΚΚΕ Εξωτερικού και Εσωτερικού. Για τον Ανδρέα Παπανδρέου η γενική εκτίμηση ήταν ότι στόχευε στην εξουσία στις μεθεπόμενες εκλογές, επικεντρώνοντας για την ώρα εκείνη τις προσπάθειές του στην ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε δεύτερο κόμμα.
Ως προς την απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να προκηρύξει πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ένα χρόνο πριν τη λήξη της λαϊκής εντολής του 1974, το Φόρειν Όφις φαινόταν να κατανοεί τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ενέργειας. Σε ένα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα τονίζεται ότι ο Καραμανλής δεν μπορούσε να αγνοήσει τα πλεονεκτήματα των πρόωρων εκλογών. Η κεντρώα και αριστερή αντιπολίτευση ήταν κατακερματισμένη, ενώ η άκρα δεξιά δεν είχε καν ακόμα σίγουρο κομματικό εκπρόσωπο. Επίσης το Κυπριακό και το θέμα του Αιγαίου διένυαν ήρεμη περίοδο, η οικονομία βρισκόταν σε θετική τροχιά με τις προβλέψεις να γίνονται πιο δυσοίωνες για το επόμενο έτος, το 1978, ενώ υπήρχε και η «συστηματική ευφορία» από τις προσπάθειες ένταξης στην ΕΟΚ, μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων το 1976. Επίσης, τονίζεται ότι στην Ελλάδα τα ζητήματα πολιτικής δεν είναι ποτέ τόσο σημαντικά όσο οι προσωπικότητες και ο Καραμανλής παρέμενε δημοφιλής, ακόμα και αν δεν μπορούσε να συγκεντρώσει το 55% του 1974.
Επίσης εξετάζεται το μέγεθος της απειλής πραξικοπήματος που αντιμετώπιζε ο Καραμανλής με τους Βρετανούς να καταλήγουν τελικά στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος δεν ήταν σοβαρός, παρά την παρουσία αρκετών νεαρών δυσαρεστημένων αξιωματικών του στρατού, από τους οποίους όμως έλειπε η οργάνωση και η πολιτική στήριξη. Αναφέρεται επίσης ως ισχνό αλλά υπαρκτό ενδεχόμενο μια πιθανή απόπειρα δολοφονίας του Καραμανλή, ο οποίος πάντως τελικά «πιθανότατα θα επιβίωνε πολιτικά χωρίς σημαντικά προβλήματα». Επίσης η δυσαρέσκεια των πολιτών όπως αποτυπωνόταν στις συχνές και δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις εξετάζονται στο πλαίσιο της φθοράς της κυβέρνησης μετά από τρία χρόνια στην εξουσία.

Τουρκία και Ε.Ε.


Ο μεγαλύτερος εσωτερικός κίνδυνος για τον Καραμανλή, σύμφωνα με το Φόρεϊν Όφις, προερχόταν από την πιθανή κατηγορία σε βάρος του περί προδοσίας από μια μερίδα Ελλήνων, λόγω της προθυμίας του να συζητήσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Γίνονται αναφορές σε κατηγορίες περί μυστικής συμφωνίας «ξεπουλήματος» των εθνικών συμφερόντων στο Αιγαίο.
Το Φόρειν Όφις εξέφραζε έντονο ενδιαφέρον για τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που μετά την Κύπρο είχαν το 1977 ως κύριο αντικείμενο το Αιγαίο. Το Λονδίνο δεν έχανε πάντως ευκαιρία να τονίζει ότι είναι πρωτίστως θέμα διμερές. Όπως αναφέρεται στα απόρρητα έγγραφα, ο Καραμανλής διαμαρτυρόταν ότι η Άγκυρα μετέβαλλε συνεχώς τη θέση της. Σημειώνεται ότι δε θα προκαλούσε έκπληξη αν οι Έλληνες ανέμεναν πιθανή χρήση απειλής βίας από τους Τούρκους. Ο κίνδυνος πολεμικής σύρραξης χαρακτηρίζεται «πάντα υπαρκτός», ακόμα και λόγω κάποιου ατυχήματος στο Αιγαίο, αν και θεωρείτο απίθανο οι δύο πλευρές να άφηναν τα πράγματα να φτάσουν μέχρις εκεί, αφού αιωρείτο και η απειλή των Αμερικανών ότι θα διέκοπταν την προμήθεια όπλων προς αμφότερες τις χώρες σε περίπτωση πολέμου στο Αιγαίο. Όσο για τον ελληνικό λαό τονίζεται ότι «πρέπει να εκπαιδευθεί για να καταλάβει ότι χρειάζονται συμβιβασμοί», όπως έκανε ο Καραμανλής.
Ο 70χρονος τότε πολιτικός είχε την αμέριστη στήριξη των Βρετανών, που τον θεωρούσαν εξαιρετικά δημοφιλή και με έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα. Τόνιζαν συχνά ότι μπορούσε να επιτύχει περισσότερα από καθέναν στην εδραίωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα και ότι ήταν «η καλύτερη ελπίδα για τη Δύση» ή ότι «δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς εναλλακτική κυβέρνηση που να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των δυτικών συμμάχων της Ελλάδας». Εκτιμούσαν ότι το Αιγαίο έκρυβε τις μεγαλύτερες παγίδες για τον Καραμανλή και ότι η είσοδος στην ΕΟΚ μπορούσε να γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία του. Μάλιστα στα εσωτερικά έγγραφα του Φόρεϊν Όφις τονίζεται ότι η πολιτική βούληση στη Βρετανία ήταν ισχυρότερη από ποτέ υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, αλλά σημειώνεται ότι θα χρειάζονταν σκληρά παζάρια, κυρίως λόγω των επιφυλάξεων Γαλλίας και Ιταλίας όσον αφορά τις αλλαγές που θα επέφερε στη χρηματοδότηση των αγροτών η ένταξη μιας χώρας όπως η Ελλάδα.
Εσωτερικά θέματα
Σε άλλα θέματα εσωτερικής πολιτικής που θα είχαν ίσως έστω μικρότερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της γνώμης του εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβάνονταν κατά τους Βρετανούς η απόφαση καθιέρωσης της δημοτικής έναντι της καθαρεύουσας, η οργάνωση των αριστερών φοιτητικών παρατάξεων με τη μεγάλη δυναμική, οι δευτεροβάθμιες αθωώσεις ή μειώσεις ποινών συνεργατών της χούντας, που εκτιμάται ότι έγιναν «για να γλυκαθεί η αστυνομία» και τα πιο ακραία ιδεολογικώς στελέχη της, καθώς επίσης και η αυξανόμενη αντίθεση των Ελλήνων σε οποιαδήποτε σκέψη επαναφοράς της μοναρχίας, όπως καταδεικνυόταν και από δημοσκοπήσεις της εποχής.
Η βρετανική πρεσβεία επισημαίνει επίσης σε ανάλυσή της την ιδιαιτερότητα των ελληνικών εκλογών ως προς την παραδοσιακά πελατειακή σχέση ψηφοφόρων και υποψηφίων, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Περιγράφεται επίσης το τροποποιημένο εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής με διατάξεις που ευνοούν τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των μικρότερων κομμάτων, κάτι που εκτιμάται ότι ο Καραμανλής έκανε για να ικανοποιήσει το αίτημα των αντιπάλων του, ώστε να αφαιρέσει ένα από τα επιχειρήματα για τη δημιουργία ευρέων και ισχυρών αντιπολιτευτικών συνασπισμών. Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ελληνικών εκλογών τονίζεται επίσης η απουσία ορίων στη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας υποψηφίων, που επιτρέπει σε ορισμένους «στην ουσία να εξαγοράζουν την εκλογή τους στο Κοινοβούλιο».
Συμπεράσματα από τις εκλογές


Ανάγνωση αποτελέσματος
Οι εκλογές του 1977 κατά τη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα και το Φόρεϊν Όφις ήταν οι πιο δίκαιες και καλά οργανωμένες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σημειώνεται η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη πτώση της ΝΔ, από 55% σε 41,8%, με σαφές πλήγμα από το νεοσυσταθέν κόμμα Εθνική Παράταξη του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Στεφανόπουλου (6,8%). Επίσης αναφέρεται ότι οι ψηφοφόροι της ΕΔΗΚ του Γεωργίου Μαύρου κατέληξαν τελικά στο ΠΑΣΟΚ το ποσοστό του οποίου σχεδόν διπλασιάστηκε σε τρία χρόνια, φτάνοντας το 25,3%.
Ενίσχυση ΠΑΣΟΚ
Η δύναμη του ΠΑΣΟΚ, όπως παραδέχεται το Φόρεϊν Όφις, αποτέλεσε έκπληξη. Με εντυπωσιακό τρόπο πυκνώνουν οι αναφορές στο πρόσωπο του Ανδρέα Παπανδρέου και παρατηρείται μεγάλη κινητοποίηση ώστε να συγκεντρωθούν άμεσα στοιχεία για την πολιτική σταδιοδρομία και τις θέσεις του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και από έγγραφα του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μάλιστα, όπως σημειώνεται, η διαδικασία συλλογής στοιχείων καθυστερούσε, καθώς η καταγραφείσα πολιτική δραστηριότητα του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα πήγαινε μιάμιση δεκαετία πίσω, πριν από την κατάλυση της δημοκρατίας.
Σε μια πρώτη ανάλυση της πολιτικής ποσότητας που ακούει στο όνομα ΠΑΣΟΚ αναφέρεται ότι αν και το πρόγραμμα του κόμματος βασιζόταν στο «μαρξιστικό σοσιαλισμό», ο Παπανδρέου απέφυγε το λάθος του '74, όταν είχε τρομάξει μετριοπαθείς ψηφοφόρους με ακραίες ιδεολογικές προκηρύξεις. Αν και το κόμμα διέθετε καλά οργανωμένες δομές, βασιζόταν περισσότερο στην προσωπικότητα του ηγέτη του. Ως ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Παπανδρέου, σχολιάζουν οι Βρετανοί διπλωμάτες, θα ήταν πολύ πιο δραστήριος από το Μαύρο, ενώ προβλέπονταν μάχες με την κυβέρνηση σε όλα τα εθνικά μέτωπα και σε πολλά εσωτερικά.
«Ο Παπανδρέου διαχωρίζει το σοσιαλισμό που πρεσβεύει ο ίδιος από τη βορειοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και το σοβιετικό σοσιαλισμό, αν και πιστεύει στο μαρξισμό. Γενικά είναι πραγματιστής και γρήγορος στο να ρίχνει τους τόνους σε ό,τι δει ότι μπορεί να του αφαιρέσει ψήφους», αναφέρεται σε ένα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Γίνεται επίσης αναφορά σε ανεπιβεβαίωτες φήμες ότι η προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ είχε χρηματοδοτηθεί από τη Λιβύη.
Όταν τα στοιχεία για το πολιτικό παρελθόν του Παπανδρέου συγκεντρώνονται, σημειώνεται ότι από το 1964 μέχρι το 1967 η άποψη της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα για το πρόσωπό του είχε μεταβληθεί από ουδέτερη σε επικριτική.
Το 1963 ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτηριζόταν «λαμπρός οικονομολόγος» ενώ το 1967 σημειωνόταν ότι είχε συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην έλευση της χούντας, καθώς «δεν κατανοούσε τι ήταν πολιτικά δυνατό, πρέσβευε ασαφείς και επιδερμικές πολιτικές απόψεις και είχε καλές σχέσεις με τους κομμουνιστές». Διπλωματική επιστολή από την πρεσβεία της Βρετανίας στην Αθήνα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου έφερε μεγαλύτερη ευθύνη για την ανατροπή της δημοκρατίας στην Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα.
Σε προσωπικό επίπεδο περιγράφεται ως άτομο με περιορισμένη αίσθηση αυτοκριτικής και φιλόδοξος. Δυναμικός, με ασταθή αντιδυτική ρητορική. Επισημαίνεται η διαφορετική στάση που εξέφραζε ιδιωτικά σε σύγκριση με δημόσιες τοποθετήσεις του, αποτέλεσμα πιθανότατα «δαιμόνιας και υπολογισμένης δημαγωγίας», χωρίς να μπορούσε να αποκλειστεί ότι οφειλόταν σε μια ασταθή προσωπικότητα που μπορούσε να πλήξει τα βρετανικά συμφέροντα από τη θέση του πρωθυπουργού.
Ωστόσο, γίνεται παραδεκτό ότι ήταν γοητευτική φυσιογνωμία που έπειθε το λαό να τον ακολουθήσει ως ηγέτη και ότι θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη ως μελλοντικός πρωθυπουργός. «Στην ουσία είναι μια διττή προσωπικότητα: από τη μία πλευρά ένας σύγχρονος, ψύχραιμος και λογικός οικονομολόγος με σπουδές στην Αμερική και από την άλλη ένας παραδοσιακός Έλληνας πολιτικός, με έφεση στις μηχανορραφίες και τη δημαγωγία», είναι το τελικό συμπέρασμα για το χαρακτήρα του Ανδρέα Παπανδρέου.
Το Φόρεϊν Όφις πάντως κρίνει αναγκαία την προσπάθεια δημιουργίας επαφών με τον Ανδρέα Παπανδρέου και κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ενώ μέχρι το τέλος του έτους δεν έχει αποφασιστεί ποια θα είναι η στάση του κυβερνώντος κόμματος των Εργατικών απέναντι στο ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικογένειας. Μάλιστα ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Ντέιβιντ Όουεν με προσωπικό σημείωμα χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δύο κομμάτων «πρόβλημα στο οποίο δυσκολεύεται να βρει λύση».
ΚΚΕ Εσωτερικού
Επίσης, αν και με λιγότερη έμφαση σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τις εκλογές, λόγω της ισχνής επίδοσης του αριστερού συνασπισμού, θεωρείται σκόπιμη η προσπάθεια επαφών με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΚΚΕ Εσωτερικού, Λεωνίδα Κύρκο. Το κόμμα θεωρείται ότι είχε υιοθετήσει πλέον ανοιχτά τον ευρωκομμουνισμό έχοντας έρθει σε καθαρή σύγκρουση με τις σοβιετικές επιταγές που πρέσβευε το ΚΚΕ Εξωτερικού.
Ο Λεωνίδας Κύρκος χαρακτηρίζεται έξυπνος, συμπαθητικός και αγγλόφιλος με τον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν συζητήσεις για μια ευνοϊκή προς το Λονδίνο πολιτική από ένα ελληνικό αριστερό κόμμα, κρυφά από την κυβέρνηση Καραμανλή ώστε να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Για το λόγο αυτό η όποια πρόσκληση θα προς τον κ. Κύρκο θα έπρεπε να απευθυνθεί στο πλαίσιο κάποιας ακαδημαϊκής εκδήλωσης, χωρίς αμιγώς πολιτική επένδυση.
Ανάλυση αποτελέσματος
Μια γενικότερη πολιτική ανάλυση της σημασίας του εκλογικού αποτελέσματος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Καραμανλής έκανε πολλά για την Ελλάδα αλλά αυτό ακριβώς το επίτευγμά του επέτρεπε στους Έλληνες να ψηφίσουν για αλλαγή. Επισημαίνεται ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να θεωρείται δεδομένη η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων στην Ελλάδα, αν και στις συγκεκριμένες εκλογές η χώρα δε μετακινήθηκε αριστερά, αλλά επέλεξε μια ψήφο διαμαρτυρίας με θύμα τον Καραμανλή, ο οποίος είχε τα «κότσια» να αναφερθεί ανοιχτά στη σύνδεση ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, πορευόμενος με το σύνθημα «ανήκουμε στη Δύση».
Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή χαρακτηρίζεται ανέμπνευστη, αλλά εκτιμάται ότι δε θα αντιμετώπιζε πρόβλημα από το ΠΑΣΟΚ και το Κομμουνιστικό Κόμμα Εξωτερικού στην πορεία προς ένταξη στην ΕΟΚ. Θεωρείται επίσης ότι η άνοδος του ΠΑΣΟΚ έθετε εν αμφιβόλω το μέλλον της ΕΔΗΚ (μόλις 11,9% των ψήφων), αν και ο έστω προσωρινός διάδοχος του Μαύρου, Ιωάννης Ζίγδης χαρακτηρίζεται πιο δυναμική αντιπολιτευτική προσωπικότητα. Στην ίδια θεματική τονίζεται το γεγονός ότι η αριστερά αποκάλυψε την πραγματική δύναμή της για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία [με το ΚΚΕ Εξωτερικού να συγκεντρώνει ποσοστό 9,36% και το Συνασπισμό Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων (ΚΚΕ Εσωτ. - ΕΔΑ - Σοσιαλιστική Πορεία - Χριστιανική Δημοκρατία - Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία) 2,72%].



Επίσκεψη Καραμανλή στο Λονδίνο


Προετοιμασία και αναβολή
Η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να επισκεφθεί το Λονδίνο στα τέλη Απριλίου του 1977, πριν από τις πρόωρες εκλογές, καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στους φακέλους με τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Φόρεϊν Όφις. Οι Βρετανοί διπλωμάτες χαρακτηρίζουν «σημαντική» την απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού να επισκεφθεί ιδιωτικώς το Λονδίνο, ζητώντας παράλληλα συνάντηση με τον ομόλογό του Τζέιμς Κάλαχαν. Οι Βρετανοί σημειώνουν ότι παρόμοια επίσκεψη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πραγματοποιήσει μόνο στο Παρίσι και μάλιστα δύο φορές, προφανώς λόγω των γνωστών καλών σχέσεών του με τον πρόεδρο Ζισκάρ Ντ' Εστέν. Η γενική εκτίμηση στο Λονδίνο ήταν ότι ο Καραμανλής θεωρούσε πως οι σχέσεις Βρετανίας - Ελλάδας είχαν βελτιωθεί και ήθελε να τις αναθερμάνει ακόμα περισσότερο.
Ως πιθανά θέματα συζήτησης μεταξύ των Καραμανλή - Κάλαχαν επισημαίνονται οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ, οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Κυπριακό και το Αιγαίο και διάφορα θέματα διμερούς ενδιαφέροντος, πρωτίστως η επιθυμία των Βρετανών να κλείσουν συμφωνία πώλησης στην Ελλάδα των αρμάτων μάχης Βίκερς.
Τελικά η προγραμματισμένη επίσκεψη Καραμανλή στο Λονδίνο αναβλήθηκε, καθώς ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέφερε από λουμπάγκο και πόνους στην πλάτη. Ωστόσο, η συνάντηση με τον Τζέιμς Κάλαχαν πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου, στο περιθώριο συνόδου του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο, όπου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συναντήθηκε επίσης με τον Αμερικανό πρόεδρο Κάρτερ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκκληση του Φόρεϊν Όφις προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για ενημέρωση πάνω στο περιεχομένο των συζητήσεων του προέδρου Κάρτερ με τον Έλληνα αλλά και τον Τούρκο πρωθυπουργό, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, που προηγήθηκαν των επαφών των δύο ηγετών με το Βρετανό πρωθυπουργό, ώστε Ουάσινγκτον και Λονδίνο να εμφανίσουν μια ενιαία θέση στο θέμα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Πάντως η Ντάουνινγκ Στριτ ζήτησε την περιορισμένη διανομή πρακτικών των επαφών με τους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας, επιθυμώντας αντίθετα μόνο μια προφορική συνοπτική ενημέρωση των υπόλοιπων Ευρωπαίων εταίρων.

Συνάντηση Καραμανλή - Κάλαχαν
Κατά τη σύντομη συνάντησή του με το Βρετανό ομόλογό του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθιξε το Κυπριακό, λέγοντας ότι παρά τις διαπραγματεύσεις δεν έχει επιτευχθεί λύση και ότι δεν ανέμενε πρόοδο μέχρι τις τουρκικές εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου. Αλλά ακόμα και μετά, πρόσθεσε, ήταν αμφίβολο αν θα σημειωνόταν πρόοδος. Ο Καραμανλής σχολίασε ότι «ο Μακάριος ήταν δύσκολος στο παρελθόν αλλά είχε γίνει τόσο μετριοπαθής που αν οι Τούρκοι ήθελαν θα βρισκόταν λύση» και αναρωτήθηκε γιατί δεν άρπαζαν την ευκαιρία.
Συμφώνησε με την παρατήρηση του Κάλαχαν ότι η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία ήταν το πρόβλημα, εξηγώντας ότι δεν υπήρχε συναίνεση και ότι ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, αντίπαλος του Ντεμιρέλ, ήθελε να γίνει ήρωας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν της άποψης ότι εξαρτιόταν από τους Τούρκους να προτείνουν λύση. Ο Τζέιμς Κάλαχαν σημείωσε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ, όπως και η Βρετανία, προσπαθούσε για το καλύτερο στο Κυπριακό, αλλά το Κογκρέσο δεν συναινούσε στην άρση του εμπάργκο κατά της Τουρκίας, γεγονός που περιέπλεκε την κατάσταση.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός τόνισε ότι το τέλμα θα ήταν επικίνδυνο για το μέλλον, με την κατάσταση να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω των διαφορών στο Αιγαίο, που εκείνη τη στιγμή ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο ζήτημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Καραμανλή ήταν ότι δεν υπήρχε σοβαρός συνομιλητής στην προεκλογική Τουρκία. Σε συνάντησή του με τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε εκφράσει την επιθυμία για νίκη του κόμματός του, με τον Τούρκο απερχόμενο πρωθυπουργό να σχολιάζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να τον βοηθήσει με άλλο τρόπο από το να κρατηθεί χαμηλά η ένταση στο Αιγαίο.
Ο Κάλαχαν δήλωσε ικανοποιημένος από τη συνεννόηση Καραμανλή - Ντεμιρέλ, αλλά ο Έλληνας ηγέτης προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε κίνηση των Τούρκων στο Αιγαίο θα θεωρούνταν πρόκληση και η Αθήνα θα έπρεπε να αντιδράσει.
Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις της Ελλάδας για ένταξη στην ΕΟΚ, ο Καραμανλής αναφέρθηκε μόνο στο θέμα των ανησυχιών Ιταλών και Γάλλων για τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα λέγοντας ότι είναι τόσο μικρής σημασίας που δεν πίστευε ότι θα έπρεπε να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Θα προσπαθούσε να βρει λύση με τον Βαλερί Ζισκάρ Ντ'Εστέν σε συνάντηση που θα είχε μαζί του σε λίγες ημέρες. Ο Βρετανός πρωθυπουργός περιορίστηκε να παρατηρήσει ότι θα έπρεπε να βρεθεί η χρυσή τομή, το κλειδί της οποίας ήταν σίγουρος πως είχε ο Γάλλος πρόεδρος.
Συζητήθηκε επίσης το θέμα της σχέσης της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ. Ο Κ. Καραμανλής τόνισε ότι η επιλογή της Ελλάδας μετά το δεύτερο Αττίλα στην Κύπρο ήταν είτε αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας είτε πόλεμος με την Άγκυρα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός διαβεβαίωσε το Βρετανό ομόλογό του ότι δεν είχε άλλο πρόβλημα με το ΝΑΤΟ, πέρα από το ότι ακόμα υφίσταντο οι συνθήκες που υπαγόρευσαν την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς δεν ήταν δυνατή η στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία. Ο Τζέιμς Κάλαχαν απάντησε ότι κατανοούσε πλήρως την ελληνική θέση.
Στα σχόλια του Φόρεϊν Όφις για τη συζήτηση των δύο ηγετών, τονίζεται ότι ο Καραμανλής φάνηκε να φεύγει ικανοποιημένος όπως και ο υπουργός Εξωτερικών Μπίτσιος που την προηγούμενη ημέρα είχε συνάντηση με τον ομόλογό του, Ντέιβιντ Όουεν. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με το Φόρεϊν Όφις φάνηκε να φεύγει θεωρώντας ότι στο πρόσωπο της Βρετανίας είχε βρει έναν καλό φίλο, άποψη που επιβεβαιώθηκε με την υπόσχεση Καραμανλή ότι αν οι όροι της συμφωνίας δεν ήταν απαγορευτικοί για την Αθήνα, το υπουργείο Άμυνας θα επέλεγε για αγορά βρετανικά άρματα μάχης έναντι γαλλικών. Πάντως οι Βρετανοί διπλωμάτες, που παραδέχονταν ότι οι διαφορές στο Αιγαίο επί της υφαλοκρηπίδας ήταν περίπλοκες καθώς δεν είχαν διεθνές προηγούμενο, συνέστηναν στην πολιτική ηγεσία του Φόρεϊν Όφις να ξεκαθαρίσει στον Καραμανλή ότι δεν συμφωνούσε με τη ζοφερή εικόνα των τουρκικών προθέσεων που περιέγραφε ο Έλληνας πρωθυπουργός.
Λοιπές συνομιλίες - Κυπριακό


Στη συνάντηση του Δημήτριου Μπίτσιου με τον Ντέιβιντ Όουεν συζητήθηκε κυρίως το Κυπριακό. Η βρετανική κυβέρνηση είχε διαμηνύσει στο Μακάριο πως η αίσθηση ότι ο μακρύς σε διάρκεια αγώνας είναι υπέρ των Ελληνοκυπρίων ήταν λανθασμένη. Βρετανία και Ελλάδα συμφωνούσαν πως δεν υπάρχουν ελπίδες προόδου πριν από τις εκλογές στην Τουρκία, ενώ το Λονδίνο υποστήριζε ότι προϋπόθεση για εξωτερική βοήθεια στην επίτευξη λύσης ήταν η προσέγγιση των δύο κοινοτήτων και στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα έπρεπε να εμπλακεί πιο ενεργά. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι είναι επίσης ανάγκη η Τουρκία να προτείνει μια λύση στη βάση της δημιουργίας ομοσπονδίας, όχι να επιμένει στη λύση δύο κρατών ή συνομοσπονδίας.
Ενδιαφέρον επίσης έχει η συζήτηση γύρω από το Κυπριακό του Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο με ανώτερο διπλωμάτη του Φόρεϊν Όφις. Ο Βρετανός διπλωμάτης με χαρακτηριστική για το λαό του διακριτικότητα προσπάθησε να καθησυχάσει τον κ. Ρούσο διαισθανόμενος «φόβο της Ελλάδας ότι μια λύση στο Κυπριακό θα άφηνε την Αθήνα εκτεθειμένη απέναντι σε άγνωστους κινδύνους στο Αιγαίο», με τη μορφή ανταλλαγμάτων της Δύσης προς την Τουρκία. Ο Βρετανός διπλωμάτης διαβεβαίωσε μέσω τηλεφώνου τον Έλληνα πρέσβη ότι ως μελλοντικό μέλος της ΕΟΚ η Ελλάδα δεν έπρεπε να φοβάται, δέσμευση που «καταγράφηκε με βιασύνη σε ένα μπλοκ σημειώσεων στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής». Η βρετανική πλευρά υποστήριζε σε ό,τι αφορά το Κυπριακό ότι η καλή θέληση από όλες τις πλευρές δεν έλειπε, αλλά αυτό που χρειαζόταν ήταν φαντασία και ευελιξία.
Σε άλλη συζήτηση που έχει καταγραφεί στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις, ο τότε διπλωματικός σύμβουλος και γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου Πέτρος Μολυβιάτης εξέφρασε σε Βρετανούς διπλωμάτες την απογοήτευση που επικρατούσε στη Λευκωσία για τις διακοινοτικές συνομιλίες της Βιέννης, με τη βρετανική πλευρά να σχολιάζει ότι κανείς δεν μπορούσε να περιμένει κάτι καλύτερο τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Σε άλλο έγγραφο σχετικά με το Κυπριακό τονίζεται ότι ο Μακάριος είχε πει σε συνάντησή του με τον Καραμανλή ότι η Κύπρος προσανατολιζόταν πλέον προς τη Δύση, «προς ικανοποίηση των Αθηνών», αν και θα όργιζε τους κομμουνιστές στο νησί. Επίσης σημειώνεται ότι οι Έλληνες έλεγαν πως η λύση μπορούσε να βρεθεί εύκολα, με το Μακάριο να αποδέχεται μια λύση στη βάση δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά όχι συνομοσπονδίας και με τη γη των Τουρκοκυπρίων στο 25% και όχι στο 30%, καθώς ο Κύπριος ηγέτης ανησυχούσε για τα θέματα της επιστροφής των προσφύγων, της έλευσης Τούρκων εποίκων και το γεγονός ότι οι φυσικοί πλούτοι του νησιού βρίσκονταν στα κατεχόμενα.
Ο Μακάριος πίστευε ότι ήταν η σειρά της Δύσης να δράσει αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες, αλλά η Βρετανία πίστευε ότι επρόκειτο για θέμα που θα λυνόταν πρωτίστως βάσει διμερών συνομιλιών.
Στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις σημειώνεται επίσης ότι η Ελλάδα υποστήριζε το 1977 τη μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές κοινότητες και την υιοθέτηση από την χώρα «πολιτισμένης ευρωπαϊκής συμπεριφοράς». Γενικά, συχνές ήταν οι ανταλλαγές απόψεων μεταξύ Βρετανών και Ελλήνων διπλωματών κυρίως αναφορικά με την πορεία ένταξης της Αθήνας στην ΕΟΚ, καθώς και με το Κυπριακό.

Οι Κόκκινες Γραμμές μπορούν να αποτελέσουν πόλο ενότητας και συνεννόησης.

Η εξαγγελία του κ. Χριστόφια για έναρξη των ‘Απευθείας’ διαπραγματεύσεων καθόλου δεν μας ξάφνιασε αφού ήταν γνωστό ότι η σκέψη αυτή υπήρχε από την ημέρα που ανήλθε στην εξουσία.

Είναι φυσικά δικαίωμα του, εφόσον αυτός πήρε δημοκρατικά την λαϊκή εντολή να κυβερνήσει και να διαχειριστεί τις τύχες του λαού μας. Ανερχόμενος όμως στη εξουσία, κληρονόμησε ένα πολύ σημαντικό όπλο από τον προκάτοχο του κ. Τάσσο Παπαδόπουλο. Πρόκειται για την συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006, με την υπογραφή του κ. Ταλάτ, και την επιστολή Γκαμπάρι με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2006. Ο συνδυασμός των δύο ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκός για την πλευρά μας γιατί προνοούσε ένα συμπεφωνημένο πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Μέσα από τις πρόνοιες των πιο πάνω, θα μπορούσε να προετοιμαστεί επαρκώς το έδαφος από τις Τεχνικές Ομάδες πριν ξεκινήσουν οι ‘Απευθείας’ διαπραγματεύσεις, ούτως ώστε αυτές να οδηγηθούν σε ασφαλή κατεύθυνση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν αξιοποίησε τις συμφωνίες αυτές εφόσον οδηγούμαστε σε ‘Απευθείας’ διαπραγματεύσεις τη στιγμή που η πρόοδος που επιτεύχθηκε από τις Τεχνικές Επιτροπές και τις Ομάδες Εργασίας δεν είναι σημαντική.

Σήμερα, η δική μας πλευρά, εισέρχεται σε μια διαπραγμάτευση όπου δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα θέματα της κυριαρχίας και της ιθαγένειας, άλλα λέμε εμείς και αλλά διατυμπανίζουν οι Τούρκοι, ενώ δεν υπάρχει σύγκλιση σε άλλες ουσιώδης πτυχές όπως της παραμονής ή όχι των εποίκων, της εκ περιτροπής προεδρίας, του περιουσιακού, των επεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας και την παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων στο νησί.

Η απόφαση του κ. Χριστόφια να εισέλθει σε ‘Απευθείας’ διαπραγματεύσεις με τα αυτά τα δεδομένα, θέτουν στο περιθώριο τη συμφωνία της 8η Ιουλίου 2008 και βάζουν τον τόπο σε μια νέα περιπέτεια αφού είναι αυτονόητο ότι όλα τα θέματα τίθενται και πάλι επί τάπητος. Ταυτόχρονα εισερχόμαστε στις συνομιλίες χωρίς κανένας στην δική μας πλευρά να γνωρίζει μέχρι που μπορεί ο πρόεδρος να υποχωρήσει εφόσον δεν έχουμε καθορίσει τις Κόκκινες Γραμμές. Ο κίνδυνος να φτάσουμε στο αδιέξοδο που όλοι απευχόμαστε είναι πολύ πιθανός. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο το είτε θα μας οδηγήσει σε μια κακή λύση για να αποφύγουμε την κατάρρευση των συνομιλιών, είτε σε αναβάθμιση του ψευδοκράτους με προοπτική αναγνώρισης. Και τα δύο μας οδηγούν ολοταχώς προς τη διχοτόμηση.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά την προεκλογική περίοδο τόνισε επανειλημμένα ότι είναι άνθρωπος που προάγει τη συνεργασία και τη συνεννόηση και ταυτόχρονα κατηγόρησε το κ. Παπαδόπουλο ότι δεν είχε καθορίσει τις Κόκκινες Γραμμές της δικής μας πλευράς πριν από τις συνομιλίες. Τώρα είναι η ώρα ο ίδιος να καθορίσει τις Κόκκινες Γραμμές με


την συνεργασία και την συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων του τόπου για τους εξής λόγους:

1ον για να πετύχει μέσα από αυτές την ελάχιστη σύγκλιση όλων των πολιτικών δυνάμεων και κατ’ επέκταση την μέγιστη δυνατή ενότητα στο εσωτερικό μέτωπο.

2ον για να θωρακιστεί ο ίδιος με την εμπιστοσύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων και όσο το δυνατών περισσότερων πολιτικών και πολιτών ώστε να κατέλθει με δύναμη και ξεκάθαρο προσανατολισμό στις διαπραγματεύσεις.

3ον για να αποδείξει τα περί συνεργασίας και συνεννόησης που ανήγγειλε προεκλογικά.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει ενώπιον του Προέδρου η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κόμματος για σύγκλιση του Εθνικού Συμβουλίου προς καθορισμό των Κόκκινων Γραμμών. Αν τον ανησυχούν οι διαφωνίες του Ευρωπαϊκού Κόμματος και οι επιφυλάξεις που προέρχονται από όλους τους πολιτικούς χώρους τότε ας κάνει δεκτή την πρόταση μας. Ο καθορισμός των Κόκκινων Γραμμών από το Εθνικό Συμβούλιο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει πόλο ενότητας και συνεννόησης αυτή την κρίσιμη στιγμή που διέρχεται η Κύπρος.




Νίκος Κουγιάλης
Γενικός Οργανωτικός
Ευρωπαϊκού Κόμματος

Η Ημέρα που Σκλαβώθηκε απο τον Αττίλα η Κύπρος μας

Τα συνεχιζόμενα ψεύδη για την Κύπρο.
Του Φάνη Μαλκίδη.
Ομιλία στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Λευκωσία- ημικατεχόμενη Κύπρος.20 Ιουλίου 2007.
Η δική μου γενιά, μεγάλωσε με το τραύμα της εισβολής των Τούρκων ρατσιστών στην Κύπρο το 1974. Ήταν η πρώτη μας εμπειρία από τη ζωή, στην οποία μας έφεραν άνθρωποι τραυματισμένοι από την προσφυγιά του 1922. Ήταν οι ίδιες εικόνες που μας περιέγραφαν οι πρόγονοί μας, γονείς και παππούδες με αυτές που βλέπαμε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση για την Κύπρο. Πρόσφυγες, αγνοούμενοι, αιχμάλωτοι, δολοφονίες, ξεριζωμός. Τότε η Ισιδώρα Ευρυδόγλου αναζητούσε την αδελφή της μέσω του Ερυθρού Σταυρού και στην Κύπρο συγγενείς και φίλοι να ψάχνουν τα ίχνη των νέων Κυπρίων. Οι μνήμες παρόμοιες και αληθινές, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στη ξενιτιά. Στην Ελλάδα, στον Έβρο την ιδιαίτερη μου πατρίδα την Αλεξανδρούπολη προσφιλή μας πρόσωπα να δείχνουν την έμπρακτα αλληλεγγύη τους πολεμώντας, στην τ. Σοβιετική Ένωση οι Πόντιοι να εγγράφονται εθελοντές, στον Καναδά και στις Η.Π.Α άνθρωποι να καταθέτουν τον οβολό τους αλλά και τον εαυτό τους στην υπηρεσία αντίστασης στον κατακτητή.
Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ- γνωστά. Οι παλιοί πρόσφυγες από την Καππαδοκία, τη Θράκη, τον Πόντο, την Ιωνία βρίσκονται τώρα αλλού, οι αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού πλέον δεν υπάρχουν, η προσφυγική περιουσία κατασπαταλήθηκε και από την άλλη οι πρόσφυγες της Κύπρου εγκαταλείφθηκαν στις μνήμες τους, οι συγγενείς των αγνοουμένων έγιναν γραφικοί, και το ζήτημα της Κύπρου έγινε συνομιλίες με τον κατακτητή. Στη δική μας γενιά ειπώθηκαν πολλά ψέματα που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Και η Κύπρος έχει την τιμητική της στα ψέματα. Η εισβολή και η κατοχή έγινε σχέδια και ψηφίσματα, με αποκορύφωμα το Ανάν, οι πρόσφυγες μπαλάκι σε κάθε εκκολαπτόμενο πολιτικό αρχηγό, οι αγνοούμενοι λεπτό ζήτημα που δεν πρέπει να δυναμιτίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και οι σχέσεις φιλίας και συνεργασίες με τους λαούς, συνεστιάσεις, τραγούδια, χοροί και ενίοτε αθλητικές συνευρέσεις. Και την ίδια στιγμή η ανάγκη για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με κάθε τίμημα, με κάθε κόστος, λες και θα σταματήσουν αυτόματα οι καταπιέσεις των λαών που ζουν στην Τουρκία, οι δολοφονίες, οι φυλακίσεις.
Ποτέ μα ποτέ δεν ειπώθηκαν τόσα ψέματα σε μία γενιά όπως η δική μας για την Κύπρο. Ποτέ μα ποτέ δεν υπήρξαν τόσοι απροκάλυπτοι και ωμοί εκβιασμοί όπως τώρα, λες και οι διεθνείς σχέσεις και η επίλυση των προβλημάτων πρέπει να λειτουργούν υπό την πίεση του χρόνου και με εκβιασμούς. Όπως με το σχέδιο Ανάν, όπου αντί της προοπτικής της Ευρώπης και των αξιών της εκβιάστηκε ο Κυπριακός Ελληνισμός να στηρίξει το ρατσισμό, της αντιδημοκρατικότητα, την αδικία, την κατοχή. Η αλήθεια και η πολιτική, το δίκαιο και η ηθική δεν έχουν θέση στην Κύπρο, όπως απέδειξε η τριτοκοσμική οδός της συνδιαλλαγής με τους κατακτητές, με βάση το ρατσιστικό «Σχέδιο Ανάν», η ίδια ακολουθούμενη (αποτυχημένη) οδό τόσων ετών. Μοναδική ελπίδα ο ελληνικός λαός ο οποίος έδειξε ότι είναι πολύ μπροστά και έχει τη διάθεση να παλέψει για το δίκαιο, αποδεικνύοντας ότι είναι άξιος συνεχιστής της παράδοσης αντίστασης στην υποταγή, σε αντίθεση με την «ηγεσία του». Το εθνικό δεν είναι γι’ αυτήν το αληθές…
Το κείμενο, αφιερώνεται στους συμπατριώτες μου, Χριστόδουλο Δοϊτσίδη και Χρήστο Χατζόπουλο, οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, αγωνιζόμενοι για τα ιδανικά της ελευθερίας και της αλήθειας.

Εξωτερική πολιτική, διεθνείς σχέσεις και επιχειρήσεις επιρροής της κοινής γνώμης

του Σάββα Καλεντερίδη

Τις μέρες αυτές, που συζητείται, έστω και περιορισμένα, το θέμα του "Ενδοξου Σπαρτιάτη", της κοινής ελληνοϊσραηλινής αεροπορικής άσκησης, όπου, σύμφωνα με αξιωματούχους του ίδιου του Ισραήλ, έγινε δοκιμή της επαπειλούμενης αεροπορικής επίθεσης του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, και για την οποία άσκηση, όπως μας πληροφόρησε ο ανταποκριτής της ΕΡΤ στο Ισραήλ, Πάνος Χαρίτος, η Ελλάδα δεν πλήρωσε ούτε ένα ευρώ, αφού όλα τα έξοδα που έκανε η ελληνική πολεμική αεροπορία τα πλήρωσε το κράτος του Ισραήλ, παρατηρούμε το εξής φαινόμενο.
Σε τηλεοπτικές εκπομπές και στα διάφορα φόρουμ και ιστολόγια που ασχολήθηκαν με το θέμα, από κάποιους ειδήμονες και μη παρουσιάστηκαν διάφορες απόψεις για το θέμα της εμπλοκής της Ελλάδος σε ένα ζήτημα, που αν εξελιχθεί με βάση τις προβλέψεις που θεωρούν πιθανή την επίθεση του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, υπάρχει κίνδυνος να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια σε μια ευρύτατη περιοχή, στην οποία φυσικά συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας.
Ανάμεσα σε αυτούς που εξέφρασαν δημόσια άποψη για το θέμα είναι και μια αρκετά μεγάλη μερίδα που υποστήριξε ξεκάθαρα μια θέση, η οποία υποστηρίζει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να εγκαταλείψει τις "τριτοκοσμικές" της επιλογές (παραδοσιακά καλές σχέσεις με τον αραβικό και τον ισλαμικό κόσμο) και να ταυτιστεί με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, που -αν μη τι άλλο- είναι οι ισχυροί και μια συμμαχία με τους ισχυρούς μπορεί να αποφέρει προφανή κέρδη στη χώρα μας. Επίσης αναφέρθηκε ακροθιγώς και η φημολογούμενη πολιτική των ΗΠΑ-Ισραήλ για τη δημιουργία κουρδικού κράτους στο Ιρακινό (Νότιο) Κουρδιστάν, εξέλιξη που θα οδηγήσει νομοτελειακά στην κατάρρευση της κεμαλικής νοοτροπίας στην Τουρκία και στη συνέχεια, ίσως, και στο διαμελισμό της γείτονος χώρας. Με βάση λοιπόν την υπόθεση αυτή, που ασφαλώς έχει δόση αληθείας, σύμφωνα με την άποψη των πολλών που εκφράστηκαν δημόσια για το θέμα, η Ελλάδα θα πρέπει να συμπαραταχτεί με τις ΗΠΑ-Ισραήλ, για να δώσει ώθηση στη συγκεκριμένη πολιτική, που επαγωγικά θα ωφελήσει τα μέγιστα τη χώρα μας.
Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ-Ισραήλ έχουν τις δικές τους πολιτικές για την περιοχή, όπως επίσης είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας δοκιμάζονται σοβαρά τα τελευταία χρόνια ακριβώς λόγω της πολιτικής της Ουάσιγκτον στο Κουρδικό. Όμως η πολιτική της Ελλάδας δεν είναι δυνατόν να είναι ακολούθημα της πολιτικής καμμιάς χώρας στο Κουρδικό, στο Ιρανικό, το Αραβικό και το Ισλαμικό. Η πολιτική της Ουάσιγκτον, όπως και αυτή του Ισραήλ, σε καμία περίπτωση δεν είναι μονοδιάστατη και χαράσσεται έτσι που να μπορεί να μεταβάλλεται και να προσαρμόζεται ανάλογα με την γεωπολιτική συγκυρία και ανάλογα με το τί εξυπηρετεί κάθε φορά και κάθε στιγμή τα ζωτικά τους συμφέροντα. Η ταύτιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στους παραπάνω τομείς με την πολιτική των ΗΠΑ-Ισραήλ, εκτός του ότι διαταρράσει τις παραδοσιακές πολιτικές και σχέσεις της Ελλάδος με τους Πέρσες, τους Άραβες και τον Ισλαμικό κόσμο, στην ουσία περιορίζει και τη δυνατότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην ίδια την Τουρκία, αφού οι συγκεκριμένες χώρες -παρά τα επί μέρους προβλήματα- διατηρούν ισχυρότατους δεσμούς με την Άγκυρα, ενώ εμείς αναγκαστικά δεσμευόμαστε από πολιτικές που αποφασίζονται αλλού και ερήμην της Αθήνας.
Το πάθος με το οποίο υποστηρίζουν ορισμένοι στην ουσία την ταύτιση της Ελλάδος με ΗΠΑ-Ισραήλ και η πυκνότητα έκφρασης τέτοιων ταυτόσημων απόψεων μας επιτρέπει να αναρωτηθούμε αν πρόκειται για φαινόμενο που μπορεί να εξηγηθεί στη λογική του πλουραλισμού ιδεών και απόψεων που πρέπει να υπάρχουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία ή αν πρόκειται για επιχείρηση επιρροής της ελληνικής κοινής γνώμης για να παρασυρθούμε σε επικίνδυνες ατραπούς στην εξωτερική μας πολιτική και τα εθνικά μας συμφέροντα και να ξεχάσουμε εκείνους που με μεθοδεύσεις που ενορχήστρωνε ο Χένρυ Κίσσινγκερ έδωσαν τη μισή Κύπρο στους Τούρκους, εκείνους που έκλεισαν τα μάτια -αν δεν είναι οι ίδιοι οι ιθύνοντες νόες- στην εθνοκάθαρση των Ελλήνων της Πόλης της Ίμβρου και της Τενέδου, εκείνους που στην ουσία ενθαρρύνουν τους Τούρκους στην έμπρακτη αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας στο Αιγαίο.
Κάτι έχουμε ακούσει για τους λεγόμενους "πράκτορες επιρροής" οι οποίοι δεν συλλέγουν πληροφορίες για τη χώρα που τους στρατολόγησε, αλλά ασκούν επιρροή σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο με βάση τα συμφέροντα της ισχυρής χώρας που τους εξασφαλίζει στήριξη.
Μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα τέτοιο φαινόμενο;
Μήπως κάποιοι αφελείς ή επιτήδιοι επηρέασαν τα κέντρα λήψης αποφάσεων στη χώρα μας και η κυβέρνηση προχώρησε σε αυτή την απότομη στροφή στην παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Ελλάδος;
Και όλα αυτά γιατί; Με τί αντάλλαγμα; Ας ελπίσουμε ότι το αντάλλαγμα δεν είναι η πληρωμή από πλευράς του Ισραήλ των καυσίμων και των άλλων εξόδων που έκανε η ελληνική πολεμική αεροπορία στην άσκηση, πληρωμή, που, -αν έγινε- ταπεινώνει βαρύτατα το καταταλαιπωρημένο τα τελευταία χρόνια κύρος της χώρας μας. Αναρωτιώμαστε πάντως αν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο που θα δεχόταν να πληρώσει άλλη χώρα τα έξοδα που έκαναν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις σε μια άσκηση που έγινε στη δική της επικράτεια!
Να θυμίσουμε πάντως σε όλους τους ενδιαφερομένους, επηράζοντες, επηρεασθέντες και επηρεαζομένους, ότι το 1974 κάτι τέτοιοι τύποι με έδρα μια κλινική και μια πρεσβεία επηρέασαν τον δικτάτορα Ιωαννίδη να κάνει το προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπρο, για να ...πετύχουμε την Ένωση με την Ελλάδα. Και αντί για πολλαπλασιασμό είχαμε ...διαίρεση, μια διαίρεση που διαρκεί μέχρι σήμερα.

Αλλαγή βιβλίων Ιστορίας στην Κύπρο

ΤΟΥ ΠΑΝΙΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ*

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ Παιδείας της Κύπρου, άνευ καμίας συνεννοήσεως με το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της Ελλάδας, προχωρεί σε αλλαγή των βιβλίων της Ιστορίας της Κύπρου, για να καταπολεμηθεί έτσι η έχθρα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Θα γίνονται δε και ειδικά σεμινάρια από «ειδικούς» περί της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου των τελευταίων 50 χρόνων. Θέτουμε κάποια ερωτήματα και ζητάμε να ληφθούν σοβαρά υπόψη από όλους:1) Ποιοι θα συγγράψουν τα νέα σχολικά βιβλία Ιστορίας; Μήπως σε αυτούς τους ειδικούς, όπως τους αποκαλούν, θα περιλαμβάνεται και ο γνωστός ανθέλληνας κ. Καζαμίας, που αποκάλεσε ειρηνική επέμβαση την τουρκική εισβολή;2) Tι θα προσθέσουν και τι θα απαλείψουν από τα βιβλία;3) Είναι αξιόπιστα τα άτομα που θα μετέχουν στις επιτροπές;4) Tα παιδιά αγνοούν όχι μόνο την σύγχρονη κυπριακή Ιστορία αλλά και γενικά όλη την ελληνική Ιστορία. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει και αυτό να προβληματίσει όσους ενδιαφέρονται για την Ιστορία. Ας ρωτήσουμε, για παράδειγμα, τα παιδιά πότε εμφανίστηκαν οι Τούρκοι στο ιστορικό προσκήνιο, από ποιους λαούς και με ποιους τρόπους καταλήφθηκε η Κύπρος από τους εκάστοτε κατακτητές της, ποιος ηταν ο Παύλος Μελάς, πότε ενώθηκαν τα Δωδεκάνησα με την Ελλάδα, τι ήταν τα Τάγματα Εργασίας. Οι απαντήσεις θα είναι κωμικοτραγικές.Είναι αλήθεια ότι τα σχολικά βιβλία της ελληνικής μας Ιστορίας χρειάζονται αναθεώρηση. Προς το καλύτερο, όμως, όχι προς το χειρότερο. Θα μπορούσαν να διδάσκονται τα παιδιά το ήθος των ηρώων της ΕΟΚΑ, τις επιστολές των μελλοθανάτων, τις ηρωικές πράξεις αυτοθυσίας τόσων παλληκαριών που έχυσαν το αίμα τους για ελευθερία και δημοκρατία σε αυτό το νησί. Αναμένουμε με αγωνία να δούμε πώς θα αλλάξει η Ιστορία και από ποιους. Θα είμαστε όλοι σε εγρήγορση.
* Φιλόλογος

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
MOVEMENT FOR THE EUROPEAN FUTURE OF CYPRUS

Τηλέφωνα/Telephone. 00357-22375935, 22376046, 22376347
Φαξ/Fax 00357-22375935,
E-mail: kinisi.efc@cytanet.com.cy

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Στις 14 Ιουλίου οργανώθηκε από την Κίνηση για τη Σωτηρία της Κύπρου, την Κίνηση για το Ευρωπαϊκό Μέλλον της Κύπρου και με συνεργασία άλλων 12 Οργανώσεων, εκδήλωση διαμαρτυρίας για τον εποικισμό της Τουρκίας στην Κύπρο και τη διοχέτευση λαθρομεταναστών στις ελεύθερες περιοχές μέσω Τουρκίας.

Στις προσκλήσεις που εστάλησαν καλούνταν οι πολίτες να στηρίξουν το κράτος στον αγώνα του κατά της λαθρομετανάστευσης και κατά των ανίερων στόχων της Τουρκίας να αλλάξει τη δημογραφική δομή τής Κύπρου.

Πριν αποφασίσουμε το πρόγραμμα τής εκδήλωσης ζητήσαμε από τον Αρχηγό της Αστυνομίας να κάνει την παρουσίαση του θέματος των λαθρομεταναστών, ώστε να ενημερωθεί το κοινό με τα επίσημα στοιχεία για το μέγεθος του προβλήματος και τις συνθήκες λαθραίας εισόδου στην Κύπρο.

Η ενημέρωση των πολιτών, άλλωστε, είναι και η ευθύνη της αστυνομίας. Όμως την παραμονή της εκδήλωσης μας ενημέρωσαν από την αστυνομία, χωρίς να μας εξηγήσουν γιατί, ότι ούτε ο Αρχηγός ούτε άλλος αντικαταστάτης του θα έκαναν την παρουσίαση.

Η ακύρωση δεν έγινε από τον πολιτικό προϊστάμενο της Αστυνομίας αλλά από τον Υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας τάξης κ. Συλικιώτη, ο οποίος, ως γνωστό, ηγήθηκε παραμονές των προεδρικών εκλογών, παράνομης διαδήλωσης λαθρομεταναστών ενάντια στη Δημοκρατία.

Οι δηλώσεις τού Υπουργού Εσωτερικών της 14ης Ιουλίου, είναι ενδεικτικές του επιπέδου και των χειρισμών του προβλήματος από την κυβέρνηση αλλά και της αντιμετώπισης από οργανώσεις που πρόσκεινται στο ΑΚΕΛ.

Πολεμούν αυτούς που διαμαρτύρονται ενάντια στον εποικισμό και υποστηρίζουν την νομιμοποίηση όσων μας στέλλει η Τουρκία για να εποικίσουν τις ελεύθερες περιοχές.

Ως εκ τούτων:

Καταγγέλλουμε στον κυπριακό λαό ότι αναρμοδίως ο Υπουργός Εσωτερικών απαγόρευσε στον Αρχηγό της αστυνομίας να ενημερώσει τους πολίτες και την πράξη του αυτή ως καταδικαστέα και ανεπίτρεπτη, που απειλεί τα θεμέλια της Δημοκρατίας μας.

Καταγγέλλουμε τον Υπουργό Εσωτερικών ότι με την πολιτική του αποενοχοποιεί τον εποικισμό και ενθαρρύνει τη λαθρομετανάστευση που γίνεται μέσω Τουρκίας, για να εποικίσει και τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.

Καταγγέλλουμε την ανοχή που επιδεικνύει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε τέτοιες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές ενός υπουργού του έναντι του τόπου και έναντι των νόμιμων ενεργειών ενεργών πολιτών που αγωνίζονται για το καλό της πατρίδας τους.

Καταγγέλλουμε τις ενέργειες του Υπουργού Εσωτερικών ως ρατσιστικές προς όφελος των μέσω Τουρκίας, λαθρομεταναστών που εποικίζουν τις ελεύθερες περιοχές, σε βάρος των νόμιμων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Καταγγέλλουμε, τέλος, τον κ. Συλικιώτη ότι έστειλε αστυνομικούς οι οποίοι ήλθαν στην εκδήλωση και κατέγραψαν τα πάντα για σκοπούς, προφανώς, φακελώματος των διοργανωτών και συμμετεχόντων στην εκδήλωση.

Από το γραφείο τύπου

Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη

* Αν και οι δύο πόλεις της Ελβετίας απέχουν κάτι παραπάνω από μία ώρα, το πρόβλημα χρειάστηκε 45 χρόνια για να πάει από τη μία στην άλλη...

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών κ. Π. Μολυβιάτης ήταν ο σύνδεσμος του Καραμανλή με τον Μακάριο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΙΟΣ
Στη Λουκέρνη κρίνεται σήμερα το μέλλον της Κύπρου... H ωραία αυτή πόλη της Ελβετίας απέχει λίγο περισσότερο από μία ώρα από τη Ζυρίχη. Πολύ κοντά για να θυμηθεί ο νέος Πρωθυπουργός της Ελλάδας ότι, πριν από 45 χρόνια, ο τότε πρωθυπουργός και θείος του Κωνσταντίνος Καραμανλής πέρασε την «ευτυχέστερη ημέρα» της ζωής του όταν συνυπέγραφε με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας την περίφημη συμφωνία η οποία οδήγησε στην τεσσαρακονταπενταετή τραγωδία της Κύπρου και τελικά στη διχοτόμηση. Εξι ημέρες διήρκεσε η ελληνοτουρκική διάσκεψη της Ζυρίχης: 5-12 Φεβρουαρίου 1959. Μετείχαν οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών, Καραμανλής και Μεντερές, και οι υπουργοί Εξωτερικών Αβέρωφ και Ζορλού. Είχαν όλα καλά προετοιμασθεί από τους δύο υπουργούς Εξωτερικών σε προηγούμενες συναντήσεις, με τη σύμπραξη και της Βρετανίας, η οποία είχε στήσει την παγίδα με το σχέδιο Μακ Μίλαν και την τριμερή του Λονδίνου, το 1955. Ας ξετυλίξουμε λίγο την ιστορία για να δούμε πώς φθάσαμε στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

Ως και το 1958 η Αθήνα και η Λευκωσία ακολουθούσαν τη γραμμή του ΟΗΕ. Με πέντε, συνεχείς, προσφυγές (η πέμπτη κατατέθηκε στις 15 Αυγούστου 1958) προσπάθησαν να αποσπάσουν ένα ψήφισμα για την αυτοδιάθεση με υποκρυπτόμενο στόχο την Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ηταν μια πολιτική που ξεκίνησε και επεβάλλετο από το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 (το 95,7% των Ελληνοκυπρίων φήφισε υπέρ της Ενωσης) και την ΕΟΚΑ, την οργάνωση η οποία με αρχηγό τον Γρίβα-Διγενή και τη συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου άρχισε την 1η Απριλίου 1955 τη δράση κατά της αγγλικής κατοχής με σημαία την απελευθέρωση και την Ενωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

H Αθήνα και η Λευκωσία «λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο», τη Βρετανία, η οποία κατείχε την Κύπρο από το 1878, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είχαν αρχίσει, με προγεφύρωμα την Τουρκία, να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή. Τρία άλλα στοιχεία που προκάλεσαν την αρνητική παρέμβαση της Βρετανίας και των συμμάχων της κατά του αιτήματος της αυτοδιάθεσης ήταν: η δραστηριότητα του Μακαρίου ¬ ο οποίος ανακηρύχθηκε Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου στις 16 Οκτωβρίου 1950 - στο μπλοκ των Αδεσμεύτων Χωρών, η ισχυρή πολιτική παρουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος ΑΚΕΛ και η θερμή υποστήριξη του Μακαρίου από τη Σοβιετική Ενωση. Ολα αυτά φόβισαν τους Βρετανούς ότι με την αυτοδιάθεση, ακόμη και χωρίς την Ενωση, θα έχαναν τις βάσεις και τον στρατηγικό τους ρόλο στην περιοχή.

* «Διαίρει και βασίλευε»...
Το Λονδίνο αποφασίζει να ακολουθήσει την κλασική του πολιτική τού «διαίρει και βασίλευε» και στήνει την πρώτη παγίδα στην Ελλάδα. Στις 29 Αυγούστου 1955 καλεί την Ελλάδα και την Τουρκία σε τριμερή διάσκεψη στην αγγλική πρωτεύουσα. Δυστυχώς στην Αθήνα η πολιτική κατάσταση είναι ρευστή λόγω της ασθένειας του πρωθυπουργού στρατηγού Παπάγου. Την κυβερνητική εξουσία ασκούν από κοινού οι δύο αντιπρόεδροι Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Στέφανος Στεφανόπουλος. Αποδεχόμενοι την πρόσκληση, προφανώς, δεν είχαν καταλάβει ότι ανοίγουν την κερκόπορτα για να μπει η Τουρκία στην Κύπρο. Μετέβησαν και οι δύο στο Λονδίνο, αφού πέρασαν πρώτα από την Κέρκυρα για να πάρουν τις ευλογίες του παραθερίζοντος εκεί τότε βασιλιά Παύλου. Οπως ανεμένετο, η διάσκεψη, που κράτησε μία εβδομάδα, απέβη άκαρπη για την Ελλάδα, «καρπερή» για τη Βρετανία και την Τουρκία!..

Μία ημέρα προτού κλείσει η τριμερής διάσκεψη του Λονδίνου μπαίνει σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου. Οι Τούρκοι αρχίζουν στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 ένα διήμερο σφαγών, καταστροφών και λεηλασιών εναντίον των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη. H Αθήνα είναι ανήμπορη να αντιδράσει και, το χειρότερο, δεν αντιλαμβάνεται ότι το Κυπριακό από διεθνές με τις προσφυγές στον ΟΗΕ γίνεται ελληνοτουρκικό και οι εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα θα καθορίζουν και τις σχέσεις των δύο χωρών. Παράλληλα η Τουρκία οργανώνει στη Βόρεια Κύπρο παραστρατιωτικές ομάδες για να είναι έτοιμη σε περίπτωση που αποφασίσει στρατιωτική επέμβαση.

* H εξορία του Μακαρίου
Ταυτόχρονα η Βρετανία υλοποιεί ένα σατανικό σχέδιο εκβιασμού της ελληνικής πλευράς. Προσπαθεί να παρασύρει τον Μακάριο στην αποδοχή διαφόρων σχεδίων και όταν αποτυγχάνει τον εξορίζει στις Σεϋχέλλες στις 6 Μαρτίου 1956. Μετά δύο μήνες, στις 10 Μαΐου, οι Βρετανοί εκτελούν τους Μιχ. Καραολή και Αν. Δημητρίου και στις 12 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου προχωρούν σε αντιπροσφυγή στα Ηνωμένα Εθνη και αποσπούν μια απόφαση που «έρχεται κουτί» στα σχέδιά τους. H Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ συνιστά διαπραγματεύσεις για εξεύρεση «ειρηνικής, δικαίας και δημοκρατικής λύσης».
Ελληνες και Κύπριοι είναι πεσμένοι στο «καναβάτσο» και οι Βρετανοί συνεχίζουν τα χτυπήματα ώσπου να πετύχουν τον τελικό τους στόχο, που είναι η συγκυριαρχία με την Ελλάδα και την Τουρκία. Στην Ελλάδα, εν τω μεταξύ, έχει πεθάνει ο Παπάγος και τον διαδέχεται ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (5 Οκτωβρίου 1955) και τον Μάιο του 1956 παραιτείται ο υπουργός Εξωτερικών Σπύρος Θεοτόκης διαφωνώντας με την πολιτική του K. Καραμανλή στο Κυπριακό και τον διαδέχεται ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

H Βρετανία αφήνει για λίγο το μαστίγιο και πιάνει το καρότο. Στις 29 Μαρτίου 1957 απελευθερώνει τον Μακάριο γιατί τον θεωρεί απαραίτητο για το επόμενο στάδιο. Είναι η μεγάλη «ντρίμπλα» με το σχέδιο που έμεινε στην ιστορία με το όνομα του τότε βρετανού πρωθυπουργού Μακ Μίλαν. Αυτό το σχέδιο, το οποίο είχε την προέγκριση των Τούρκων, οδηγούσε ευθέως στη διχοτόμηση: δύο αρμοστές, Ελληνοκύπριος και Τουρκοκύπριος, δύο Βουλές, διπλές υπηκοότητες και φυσικά βρετανική κηδεμονία.

Οπως ανέμενε και το Λονδίνο, η Αθήνα και η Λευκωσία απέρριψαν το σχέδιο Μακ Μίλαν - ο Μακάριος μίλησε για «συνεταιρισμό» - αλλά αμέσως αλλάζει και η πολιτική σκόπευση Καραμανλή και Μακαρίου. Καταθέτουν στον ΟΗΕ και την πέμπτη προσφυγή, για την τιμή των όπλων, αλλά και οι δύο δηλώνουν πρόθυμοι να συζητήσουν τη λύση της αυτοκυβέρνησης. Σε επιστολή του προς τον βρετανό πρωθυπουργό ο K. Καραμανλής έγραφε: «Εφ' όσον αποκλείετε διά του σχεδίου σας επί μίαν επταετίαν το κύριο θέμα, δηλαδή το δικαίωμα του Κυπριακού Λαού να αποφαίνεται περί της τύχης του, θα ήτο περισσότερον εποικοδομητική ακόμη και η πρότασή σας περί προσωρινής λύσεως μιας δημοκρατικής αυτοκυβερνήσεως, υπό την βρετανικήν κυριαρχίαν, αναβαλλομένης της λύσεως του κυρίου θέματος δι' ευθετώτερον χρόνον». Βλέποντας πλέον και ο Μακάριος το αδιέξοδο και τον άμεσο κίνδυνο διαμελισμού της νήσου συμφώνησε στη λύση της «ελάσσονος ζημίας».

* «Το όργιο συνεχίζεται...»
Ο δρόμος για τη Ζυρίχη έχει ανοίξει, αλλά οι αδυσώπητοι Βρετανοί επιδιώκουν να σύρουν την ελληνική ηγεσία στις διαπραγματεύσεις άοπλη και ανήμπορη. Τον Ιούνιο του 1958 οι Τουρκοκύπριοι επαναλαμβάνουν στη Λευκωσία ό,τι έκαναν οι Τούρκοι στους Ελληνες στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη το 1955: σφαγές, λεηλασίες, καταστροφές, εμπρησμούς. Ο Μακάριος είναι στην Αίγυπτο και λαμβάνει το ακόλουθο τηλεγράφημα από τον Κιτίου Ανθιμο: «Το όργιο συνεχίζεται. Οι Αγγλοι εμφανίζονται απρόθυμοι να επέμβουν και να τους εμποδίσουν». Μόνο απρόθυμοι; Σίγουρα είχαν βάλει το δακτυλάκι τους, γιατί ακολουθεί η τελεσιγραφική απειλή από το Λονδίνο ότι από 1ης Οκτωβρίου θα εφαρμοσθεί έστω και μονομερώς το σχέδιο Μακ Μίλαν με τουρκοκύπριο αρμοστή «παρά τω Βρετανώ κυβερνήτη».

Τα γεγονότα τρέχουν γρήγορα. Οι αντίπαλοί μας παίζουν σε όλα τα μέτωπα. H ηγεσία του Ελληνισμού συνεχώς αιφνιδιάζεται, μένει ολομόναχη και αδυνατεί όχι μόνο να αναλάβει πρωτοβουλία αλλά και να αντισταθεί στις πολύπλευρες πιέσεις και απειλές. H θηλιά ήταν πλέον στον λαιμό! Στις 22 Σεπτεμβρίου στέλνει και ο Μακάριος επιστολή στη βρετανική κυβέρνηση και αποδέχεται τη λύση της ανεξαρτησίας. Στις 6 Δεκεμβρίου 1958 ο Αβέρωφ πηγαίνει στο Παρίσι και με τον Ζορλού θέτουν τις βάσεις της συμφωνίας.

* H Τουρκία επανέρχεται...
Οταν ο Καραμανλής πηγαίνει, στις 5 Φεβρουαρίου 1959, στη Ζυρίχη για να συναντήσει τον Μεντερές, γνωρίζει, και είναι προετοιμασμένος, ότι θα υπογράψει μια συμφωνία με την οποία η Τουρκία επανέρχεται συγκυρίαρχος στην Κύπρο, ύστερα από 126 χρόνια από το συνέδριο του Βερολίνου, που είχε «πουλήσει» τη Μεγαλόνησο στους Βρετανούς! Ο Μακάριος παρακολουθεί από την Αθήνα - οι Βρετανοί τον απελευθέρωσαν από τις Σεϋχέλλες αλλά δεν του επέτρεπαν να επιστρέψει στην Κύπρο. Την ενημέρωσή του είχε αναλάβει, κατ' εντολή Καραμανλή και Αβέρωφ, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης!

Στις 17 Φεβρουαρίου έρχεται η σειρά των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου να συνυπογράψουν τις συμφωνίες μαζί με τη Βρετανία. Ο Μακάριος και ο Κιουτσούκ καλούνται στο Λονδίνο, όπου τους περιμένουν οι πρωθυπουργοί της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Φαίνεται ότι και η τύχη ήταν με το μέρος των Τούρκων! Το αεροπλάνο που μετέφερε τον Μεντερές έπεσε έξω από το Λονδίνο, αλλά ο τούρκος πρωθυπουργός βγαίνει ζωντανός από τα συντρίμμια του αεροσκάφους και υπογράφει τις συμφωνίες. Θα ζήσει όμως μόνο έναν ακόμη χρόνο. Οι συμπατριώτες του θα τον εκτελέσουν ως υπεύθυνο για «πολλά δεινά».

* Τι προέβλεπαν οι συμφωνίες
H πενταμερής διάσκεψη αρχίζει στο «Λάνκαστερ Χάουζ», αλλά ο Μακάριος, μετά την ανάγνωση των κειμένων των συμφωνιών, εμφανίζεται διστακτικός και απρόθυμος. Πίστευε και ήλπιζε ότι η αυτοκυβέρνηση δεν σήμαινε συγκυβέρνηση με τους Τούρκους και θα προέβλεπε τακτή ημερομηνία άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Αντίθετα, οι συμφωνίες που είχαν υπογράψει στη Ζυρίχη ο Καραμανλής και ο Μεντερές αφορούσαν ένα πολύπλοκο σύστημα συγκυβέρνησης. Τα κύρια χαρακτηριστικά:

* Ανεξάρτητη δημοκρατία με προεδρικό σύστημα, με έλληνα πρόεδρο και τούρκο αντιπρόεδρο.

* Ενιαία Βουλή, όπου οι Ελληνες θα αντιπροσωπεύονταν με το 70% των εδρών και οι Τούρκοι με το 30% και χωριστές Βουλές σε κάθε κοινότητα για θέματα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά. Να σημειωθεί ότι με την απογραφή του 1960 οι Ελληνες ήσαν 411.656 και οι Τούρκοι 104.942, δηλαδή το 18%. H ίδια αναλογία 70-30 και στο υπουργικό συμβούλιο.

* Οι μεγαλύτεροι δήμοι διχοτομούνται.

* Το σημαντικότερο, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος έχουν δικαίωμα βέτο για θέματα
εξωτερικής πολιτικής, διαρθρώσεως των ενόπλων δυνάμεων, ασφαλείας κ.ά. Προβλεπόταν η σύσταση κυπριακού στρατού 2.000 ανδρών με αναλογία 60%-40% και Αστυνομίας, επίσης 2.000 ανδρών, με αναλογία 70%-30%.

* Την επικυριαρχία θα είχαν οι Βρετανοί με τις βάσεις τους και οι δύο συν-εγγυήτριες χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, με στρατιωτική δύναμη 950 ανδρών η πρώτη και 650 η δεύτερη.

* Και το κερασάκι: Αποκλείεται η ολοκληρωτική ή μερική ένωση της Κύπρου με άλλο κράτος και απαγορεύεται οποιαδήποτε δραστηριότητα που τείνει άμεσα ή έμμεσα σε αυτόν τον σκοπό!

Ο Μακάριος είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτή η λύση δεν απεμπολούσε την αυτοδιάθεση και την ένωση αλλά οδηγούσε, αργά ή γρήγορα, στη διχοτόμηση και στη μετεξέλιξη του ενός ανεξάρτητου κράτους σε ομοσπονδία ή συνομοσπονδία. Βασικές διαφωνίες είχε στα ποσοστά που παραχωρούνταν στους Τούρκους στην κυβέρνηση και στη διοίκηση και στην παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

* Προθεσμία δέκα λεπτών...
H διάσκεψη του Λονδίνου πέρασε από δραματικές φάσεις και ένα παρασκήνιο με πρωτοφανείς πιέσεις και εκβιασμούς προς τον Μακάριο. Ο ηγέτης των Ελληνοκυπρίων, τον οποίο συνοδεύουν στο Λονδίνο μέλη της Εθναρχίας, προσποιείται ακόμη και τον άρρωστο για να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει «το πικρό ποτήριον». Ο Αβέρωφ καλεί στην ελληνική πρεσβεία τον Μακάριο και όλη την αντιπροσωπεία για να τους ανακοινώσει την απόφαση του Καραμανλή ότι θα υπογράψει τις συμφωνίες και χωρίς αυτόν και ότι σ' αυτή την περίπτωση οι Κύπριοι δεν θα έπρεπε στο μέλλον να υπολογίζουν την υποστήριξη της Ελλάδας.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, 18 Φεβρουαρίου, ο επικεφαλής του Φόρεϊν Οφις δίνει στον Μακάριο προθεσμία δέκα λεπτών(!) για να αποφασίσει αν θα υπέγραφε την επομένη τις συμφωνίες. Ο Μακάριος ζήτησε και πήρε προθεσμία ολίγων ωρών για να διαβουλευθεί με την κυπριακή αντιπροσωπεία. Την επομένη υπογράφει τις συμφωνίες και δηλώνει:
«Σήμερον αρχίζει διά τον λαόν της Κύπρου νέον κεφάλαιον και μια περίοδος ειρήνης και ευημερίας... Του λοιπού, αντί να είναι αιτία προστριβών, η Κύπρος θα καταστεί ισχυρός δεσμός μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας...».
Τα πίστευε αυτά ο Μακάριος; Μάλλον όχι.

Αντίθετα, ο Καραμανλής πίστευε σε όσα δήλωνε μετά την επιστροφή του από τη Ζυρίχη:
«Επανέρχομαι εκ του ταξιδίου μου ικανοποιημένος και υπερήφανος. H ημέρα αυτή ανήκει εις τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής μου και θα αποτελέσει σταθμόν εις την ιστορίαν της Κύπρου. Εις την Ζυρίχην εθέσαμεν με τον πρωθυπουργόν της Τουρκίας κ. Μεντερές τας βάσεις διά την επίλυσιν ενός εκ των δυσκολωτέρων διεθνών ζητημάτων. Εσχεδιάσαμεν λύσιν διά της οποίας αποδίδεται μετά μακραίωνα δουλείαν εις τον Κυπριακόν Λαόν η ελευθερία του. Εξ άλλου διά της επιτυχούς λύσεως του Κυπριακού προβλήματος αποκαθίσταται η φιλία και η συνεργασία μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας και Αγγλίας».

* H «κατάπαυση του αγώνα»
Την 1η Μαρτίου ο Μακάριος φθάνει στη Λευκωσία, όπου 200.000 λαού τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό και ελληνικές σημαίες. Στις 9 Μαρτίου ο Γρίβας «διατάσσει την κατάπαυση του αγώνα» και καλεί τον κυπριακό λαό να «συσπειρωθεί πέριξ του Εθνάρχου, ο οποίος αποτελεί σύμβολον ενότητος και ισχύος». Στις 17 Μαρτίου ο Γρίβας επιστρέφει στην Αθήνα, με στρατιωτικό αεροπλάνο, όπου του γίνεται υποδοχή ήρωα... Υστερα από λίγους μήνες αρχίζει δημοσιογραφική επίθεση κατά των συμφωνιών, του Μακαρίου και του Καραμανλή...

Τον Δεκέμβριο του 1959 ο Μακάριος εκλέγεται πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Κιουτσούκ, από τους Τουρκοκύπριους, αντιπρόεδρος. Στις 16 Αυγούστου 1960 εκλέγεται η πρώτη Βουλή των Αντιπροσώπων και την ίδια ημέρα τερματίζεται επισήμως η βρετανική κυριαρχία και ο Μακάριος αναλαμβάνει τα καθήκοντά του. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου η Κύπρος γίνεται μέλος του ΟΗΕ και ύστερα από έναν χρόνο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Από τις μετέπειτα εξομολογήσεις του και τα επακολουθήσαντα γεγονότα επιβεβαιώνεται ότι, όταν ο Μακάριος υπέγραφε υπό πίεση στο Λονδίνο τις συμφωνίες, πίστευε ότι οι Ελληνες, ως πλειοψηφία και ελέγχοντας την οικονομία του νησιού, θα έλεγχαν και τους Τουρκοκυπρίους. Την ίδια άποψη είχε και ο Καραμανλής. Αποψη ανιστόρητη και αφελής, διότι η Τουρκία και με τη στρατιωτική της παρουσία δεν είχε αποκρύψει ότι τελικός στόχος ήταν η διχοτόμηση και από κοντά είχαν τους Βρετανούς.

* Το μοιραίο λάθος
Τον Νοέμβριο του 1963 - κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου στην Αθήνα - ο Μακάριος κάνει το ανεξήγητο μοιραίο λάθος: ζητεί την αναθεώρηση των συνθηκών σε 13 σημεία. Το μνημόνιο του Μακαρίου είχε διορθώσεις από τον τότε βρετανό ύπατο αρμοστή σερ Αρθουρ Κλαρκ! Ηταν μια άλλη σατανική παγίδα της Γηραιάς αλλά πάντοτε πονηράς Αλβιώνος. H Τουρκία καραδοκούσε. Αρχίζουν οι συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και η Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη κάνει χρήση των δικαιωμάτων της και εγκαθιστά τα πρώτα γεφυρώματα, τους γνωστούς «θυλάκους», στη Βόρεια Κύπρο, που θα διευκολύνουν λίγα χρόνια αργότερα την εισβολή και την κατοχή ενός μεγάλου τμήματος της Μεγαλονήσου...

Ο Νίκος Κρανιδιώτης, για πολλά χρόνια πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα, πατέρας του αδικοχαμένου Γιάννου Κρανιδιώτη. αφηγείται:
«Ενθυμούμαι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων του 1963, όταν, ύστερα από ένα επείγον τηλεφώνημά του, πήγα να συναντήσω τον πρωθυπουργό στο πολιτικό γραφείο... Ο Παπανδρέου μού απηύθυνε αμέσως τον λόγο και χωρίς περιστροφές μου είπε: Σας κάλεσα διά να σας διερμηνεύσω την ανησυχία της ελληνικής κυβερνήσεως δι' όσα διαδραματίζονται σήμερον εις Κύπρον. Αι πληροφορίαι τας οποίας έχομεν εμφανίζουν την νήσον εν εξεγέρσει και την κατάστασιν χαώδη και λίαν συγκεχυμένην. Αντιλαμβάνομαι ότι ο κυπριακός λαός εξεγείρεται εναντίον των συμφωνιών. H θέσις μας έναντι των συμφωνιών είναι γνωστή. Δι' ημάς αποτελούν επαχθή κληρονομίαν, εναντίον της οποίας θα αντιδράσωμεν με όλα τα εις την διάθεσίν μας μέσα. Διαφωνώ όμως ως προς την πολιτικήν γραμμήν την οποίαν ακολούθησεν ο Μακάριος: (α) διότι νομίζω ότι η παρούσα στιγμή δεν είναι κατάλληλος και (β) διότι πάσα ενέργεια εν Κύπρω θα πρέπει να γίνεται εν συνεννοήσει μετά της ελληνικής κυβερνήσεως. Το θέμα είναι εθνικόν και διά την διαχείρισίν του υπέχομεν όλοι ευθύνας... H Κύπρος θα αποκτήσει την ανεξαρτησίαν της. Αλλά προς τούτο πρέπει να εργασθώμεν όλοι από κοινού και εκ συμφώνου...».
Το μήνυμα ήταν σαφές: «από κοινού και εκ συμφώνου». Το κακό όμως είχε γίνει και σε νέες διαφωνίες θα διαμηνύσει στον Μακάριο, αγανακτισμένος, το ιστορικό: «Αλλα συμφωνούμε και άλλα πράττετε»!

Σαράντα πέντε χρόνια μετά τις συμφωνίες της Ζυρίχης, μια νέα τετραμερής, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, αυτή τη φορά, χωρίς τη συμμετοχή της Αγγλίας αλλά υπό το άγρυπνο βλέμμα της Ουάσιγκτον, θα προσπαθήσει, και πάλι στην Ελβετία, να βρει λύση η οποία θα διασφαλίσει την ειρηνική συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων μέσα στην ευρωπαϊκή σε μια ενιαία κρατική οντότητα.

Οπως και το 1959, ο πρωθυπουργός ονομάζεται Καραμανλής και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Παπανδρέου. Και ο τότε σύνδεσμος Καραμανλή - Μακαρίου, ο Πέτρος Μολυβιάτης, είναι υπουργός Εξωτερικών.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ
H... «ανταλκίδειος ειρήνη»
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Αθήνα δεν συμφωνούσαν με την «ευτυχία» του πρωθυπουργού. Κατά τη συζήτηση στη Βουλή (23-28 Φεβρουαρίου) ο Ηλίας Ηλιού, εκπρόσωπος της ΕΔΑ (ήταν τότε αξιωματική αντιπολίτευση), χαρακτήρισε τις συμφωνίες «ανταλκίδειον ειρήνην».

Ο Ηλίας Τσιριμώκος, της Δημοκρατικής Ενωσης, είπε ότι «δεν εκλείσαμεν αλλά δημιουργήσαμεν ένα Κυπριακό ζήτημα, του οποίου τις συνέπειες θα ίδωμεν εις το μέλλον, ίσως πολύ συντομότερα από όσον φοβούμεθα».

Ο Σπύρος Μαρκεζίνης, αρχηγός των Προοδευτικών, δήλωσε επιγραμματικά: «Εάν επρόκειτο να φύγουν οι Αγγλοι διά να έλθουν οι Τούρκοι, εγώ τουλάχιστον προτιμώ τους Αγγλους».
Ο Σοφοκλής Βενιζέλος, αρχηγός της ΦΔΕ, άφησε τον υπαινιγμό ότι πιθανόν η κυβέρνηση να αναγκάστηκε να προβεί σε υποχωρήσεις ώστε να εξασφαλισθεί σύμπνοια και ενότητα των συμμαχικών κρατών...

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το κόμμα των Φιλελευθέρων, υποστήριξε ότι οι συμφωνίες είχαν κάποια πλεονεκτήματα αλλά και σοβαρά μειονεκτήματα, όπως η τριπλή συγκυριαρχία, η επαναφορά της Τουρκίας και η νομική διχοτόμηση.

Κατά των συμφωνιών μίλησαν τότε στη Βουλή ο Γεώργιος Μαύρος, ο οποίος κατήγγειλε ότι υπήρχαν πιέσεις και από τις ΗΠΑ, ο M. Κύρκος, ο Σπ. Θεοτόκης, ο K. Πυρομάγλου και ο K. Μητσοτάκης.

Δεν ήσαν όλες αυτές οι δηλώσεις συνήθης αντιπολιτευτική κριτική, διότι όλες οι επισημάνσεις συνέπιπταν με εκείνες των ανεξάρτητων σχολιαστών και δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν από την ιστορία.


Το ΒΗΜΑ, 28/03/2004 , Σελ.: A08
Κωδικός άρθρου: B14126A081
ID: 261866

Άκρως Απόρρητον: Η βρετανική πολιτική στην Κύπρο μέσα από έγγραφα του Foreign Office

Η «ΑΠΟΨΗ» παρουσιάζει σειρά άκρως απόρρητων εγγράφων του Υπουργείου Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας (Foreign Office), από τα οποία μπορούν να εξαχθούν σημαντικά συμπεράσματα για τον διαχρονικό παρεμβατικό ρόλο της Γηραιάς Αλβιώνας στην Κύπρο και στην περιοχή της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Τα έγγραφα που θα παρουσιαστούν είναι διαθέσιμα στο Γραφείο Δημόσιων Αρχείων (PRO) στο Λονδίνο και αποτελούν μέρος ειδικής έρευνας της «ΑΠΟΨΗΣ» για τις σχέσεις Κύπρου-Βρετανίας.
Αντικειμενικός σκοπός της παράθεσης των πιο κάτω εγγράφων είναι η παρουσίαση των στρατηγικών και γεωπολιτικών συμφερόντων της Βρετανίας στην περιοχή, η ανάδειξη του ρόλου και της χρησιμότητας των βάσεων και του γιατί η Κύπρος αποτελεί έδαφος ζωτικής σημασίας και εθνικού συμφέροντος για την Βρετανία.
Ο αποκλεισμός της επιλογής αυτοδιάθεσης και ένωσης με την Ελλάδα
Η Βρετανία, όπως και άλλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου δεχόταν πιέσεις για εγκατάλειψη των αποικιών και παραχώρηση δικαιώματος αυτοδιάθεσης (π.χ Παλαιστίνη, Αίγυπτος). Η Κύπρος, η οποία συμμετείχε στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων, έλπιζε ότι με το τέλος του οι Βρετανοί θα έβλεπαν θετικά το αίτημά της για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Ο αποκλεισμός της επιλογής της αυτοδιάθεσης και Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα είχε ήδη αποφασιστεί στο Λονδίνο από το 1945, αφού είχαν προηγηθεί συσκέψεις και ετοιμασία σημειωμάτων, μνημονίων και αναλύσεων από το Υπουργείο Αποικιών, το Υπουργείο Άμυνας και το Υπουργείο Εξωτερικών.
Συγκεκριμένα, στις 8 Μαΐου 1950 το Υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας απέστειλε άκρως απόρρητη επιστολή, συνοδεύομενη από μνημόνιο που συντάχθηκε από κοινού με τα Υπουργεία Αποικιών και Εξωτερικών. Το πρώτο έγγραφό που παρουσιάζουμε φέρει τον τίτλο «Union of Cyprus with Greece» και σε αυτό αναφέρεται επί λέξει:
«Τον Σεπτέμβριο του 1945 το Υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από το Γενικό Επιτελείο εκτίμηση για τις στρατηγικές επιπλοκές στην πρόταση που έγινε από το απόσπασμα στην Ελλάδα για παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα την παραχώρηση οποιονδήποτε στρατιωτικών δικαιωμάτων στην Κύπρο (και οπουδήποτε στην Ελλάδα). Το συμπέρασμα το οποίο εγκρίθηκε από το Γενικό Επιτελείο ως σημείο 5 στην σύσκεψη της 14ης Σεπτεμβρίου ήταν ότι:
Α) Το στρατιωτικό πλεονέκτημα της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης (status quo) είναι σαφέστατα προτιμότερο από τα τυχόν πλεονεκτήματα υιοθέτησης αυτής της εισήγησης. (δηλαδή της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα)
Β) Συνεπώς, πρέπει να διατηρήσουμε την κυριαρχία μας στην Κύπρο, ακόμη και στον κίνδυνο αύξησης της έντασης στο νησί και της δυσαρέστησης της Ελλάδας».
Στο μνημόνιο γίνονται σαφείς αναφορές στους ευρύτερους πολιτικούς λόγους για τους οποίους η Βρετανία έπρεπε να διατηρήσει την Κύπρο. Ξεχωρίζει η αναφορά για τον ρόλο της Τουρκίας και της Τουρκόφωνης κοινότητας (όπως οι ίδιοι οι Βρετανοί την ονόμαζαν) στην Κύπρο ως εξής:
«…η μεταφορά της κυριαρχίας της Κύπρου στην Ελλάδα θα βρει ισχυρούς ενάντιους τους Τουρκόφωνους Κύπριους (20% του συνολικού πληθυσμού) και θα προκαλέσει δυσκολίες στην Τουρκία. Η Τουρκική Κυβέρνηση θα επηρεαστεί όχι επειδή ενδιαφέρεται για αυτήν καθεαυτήν την Τουρκόφωνη μειονότητα, αλλά γιατί θα επηρεαστεί η ίδια η ασφάλειά της».
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η Κύπρος αποτελούσε και αποτελεί για την Βρετανία σημαντικό τμήμα της ευρύτερης στρατηγικής της στην Μέση Ανατολή, καθώς και για την εικόνα της στον κόσμο. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι:
«Η εκχώρηση στην Ελλάδα της μοναδικής Βρετανικής περιοχής στην Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος), ακόμη και αν συνοδεύεται με την παραχώρηση όλων των αναγκαίων στρατηγικών εγκαταστάσεων, θα ειδωθεί ως μια ακόμη απόδειξη της συνεχιζόμενης αδυναμίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Η υπόνοια ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει μια εξέγερση στην ίδια της την επικράτεια, ή παρομοίως να την εκχωρήσει στην Ελλάδα, θα ενδυνάμωνε τα χέρια αυτών που εργάζονται να πείσουν τους Άραβες ότι το μέλλον τους βρίσκεται με την Ρωσία και όχι με τις Δυτικές Δυνάμεις».
Το έγγραφο καταλήγει με μια σημαντική, για την εποχή, αποκάλυψη. Ότι δηλαδή η Κύπρος ήταν μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού των ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ήδη με την εφαρμογή του Αμερικανικού Σχεδίου Μάρσαλ ο κόσμος είχε μοιραστεί στα δύο στρατόπεδα ενώ είχε μόλις ξεκινήσει η περίοδος του ψυχρού πολέμου. Στο έγγραφο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι:
«Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι το 1947 τόσο το Υπουργείο Εξωτερικών της Αμερικής όσο και το Γενικό Επιτελείο των Ηνωμένων Πολιτειών μας ενημέρωσαν ότι απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της θέσης της Βρετανίας στην Κύπρο. Η ίδια άποψη εκφράστηκε και στο συνέδριο Αμερικανών εκπροσώπων για την Μέση Ανατολή, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1949. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (State Department) υιοθέτησε αυτή την άποψη και ζήτησε όπως αυτή προωθηθεί στο Υπουργείο Αποικιών».
Η Στρατηγική Σημασία της Κύπρου
Ορισμένα από τα σημερινά πολιτικά, στρατιωτικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά ερωτήματα που απασχολούν όσους ασχολούνται με την Βρετανική πολιτική στην Κύπρο είχαν απαντηθεί, πάλι, από το 1950. Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Αποικιών της Βρετανίας απηύθυνε τρία, μόνο, ερωτήματα, ζητώντας τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Άμυνας, σχετικά με το μέλλον της Κύπρου, ως εξής:
«Α) Μπορεί να γίνει μια εκτίμηση των ελάχιστων στρατηγικών υποδομών που πρέπει να έχουμε στην Κύπρο σήμερα και στο προβλεπτό μέλλον;
B) Αν είναι εφικτή η πιο πάνω εκτίμηση, οι αναγκαίες στρατιωτικές υποδομές που χρειάζονται είναι σε τόση έκταση ή τέτοιου χαρακτήρα που να καθιστά αναγκαία την παραμονή της Βρετανικής κυριαρχίας και πολιτικής εξουσίας στην Κύπρο;
Γ) Αν η Κύπρος παραμείνει Βρετανικό έδαφος, οι στρατηγικές μας ανάγκες υπαγορεύουν την αδιαμφισβήτητη διατήρησή της ή αυτό μπορεί να τύχει επαναξιολόγησης; Στην δεύτερη περίπτωση (δηλ. επανεξέτασης Βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο) το Γενικό Επιτελείο θα ήταν σύμφωνο με μια δημόσια διαβούλευση για την επανεξέταση του καθεστώτος του νησιού μετά από την πάροδο 10 ή 15 ετών, σε περίπτωση που αυτό κριθεί σκόπιμο;»
Οι απροκάλυπτα ωμές απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα βρίσκονται στο άκρως απόρρητο έγγραφο του Γενικού Επιτελείου του Υπουργείου Άμυνας, ημερομηνίας 25 Μαΐου 1950, και που φέρει τον αυτόδηλο τίτλο «Strategic Importance of Retaining Full Sovereignty in Cyprus» (Η Στρατηγική Σημασία Διατήρησης Πλήρους Κυριαρχίας στην Κύπρο).
Οι αντίστοιχες απαντήσεις για τα τρία πιο πάνω ερωτήματα, έχουν αυτούσιες, ως ακολούθως:
«Απάντηση A: Οι ελάχιστες υποδομές και εγκαταστάσεις που χρειαζόμαστε στην Κύπρο περιλαμβάνουν:
- Ελεύθερη πρόσβαση και εγκατάσταση στο έδαφος της Κύπρου, σε περίοδο ειρήνης, όσου αριθμού Βρετανικών δυνάμεων του αποσπάσματος Μέσης Ανατολής κριθεί αναγκαίος, οποιαδήποτε στιγμή, για ανταπόκριση των στρατηγικών αναγκών.
- Το δικαίωμα δημιουργίας των αναγκαίων αεροδιαδρόμων για υποστήριξη της συμμαχικής στρατηγικής».
«Απάντηση Β: Ναι. Η διατήρηση για μακροπρόθεσμο διάστημα των αναγκαίων στρατιωτικών υποδομών και εγκαταστάσεων στην Κύπρο μπορεί να διασφαλιστεί μόνο αν η Κύπρος παραμείνει υπό Βρετανική Κυριαρχία. Περαιτέρω, οι επιδράσεις στην Τουρκία και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, στην περίπτωση εγκατάλειψης της Βρετανικής κυριαρχίας, είναι πιθανόν να είναι τόσο σοβαρές που καθιστά στρατηγικά απαραίτητο την Κύπρο να παραμείνει Βρετανική».
«Απάντηση Γ: Για όσο διάστημα το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμεί την διατήρηση της θέσης της στην Μέση Ανατολή, η Κύπρος πρέπει να παραμείνει υπό Βρετανική κυριαρχία. Επιπλέον, είναι απαραίτητο όπως η Κύπρος μην τεθεί υπό κομμουνιστικό έλεγχο σε περίοδο ειρήνης. Συνεπώς, δεν βλέπουμε κανένα λόγο για οποιαδήποτε δημόσια διαβούλευση για την επαναξιολόγηση του θέματος σε οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον. Τυχόν δημόσια ανακοίνωση του θέματος θα θεωρηθεί ως ανεπιθύμητη καθώς θα ενισχύσει τα ανατρεπτικά στοιχεία στην Κύπρο και θα δυσαρεστήσει τους συμμάχους μας στην Μέση Ανατολή».
Το άκρως αποκαλυπτικό αυτό έγγραφο καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια την στρατηγική σημασία διατήρησης της Κύπρου ως Βρετανικού εδάφους. Από αυτό φαίνεται ότι οι Βρετανοί, για το θέμα της Κύπρου, κινούνταν καθαρά με βάση γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά κριτήρια. Περαιτέρω δεν είχαν κανένα κώλυμα να δηλώσουν ότι δεν θα βοηθούσαν την Ελλάδα σε περίπτωση πολέμου και ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν εξυπηρετεί τα κοινά συμφέροντα ΗΠΑ-Βρετανίας.
Αφοπλιστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα:
«Ελλάδα: Από την άλλη πλευρά οι Σύμμαχοι σε περίπτωση πολέμου δεν σκοπεύουν να παράσχουν απευθείας υποστήριξη στην Ελλάδα και συμφωνούν στο ότι μπορεί να καταληφθεί από τις Ρωσικές δυνάμεις μέσα σε τρεις μήνες. Παρόλο που αυτό θα ήταν πισωγύρισμα (δηλ κατάληψη Ελλάδας από Ρωσία) αυτό δεν θα ήταν καταστροφικό για τα συμμαχικά σχέδια στην Μέση Ανατολή αν η Ελληνική αντίσταση στη Ρωσία κατέρρεε και ο εχθρός ήταν σε θέση να εγκαταστήσει ναυτικές και αεροπορικές βάσεις στην νότια Ελλάδα στα αρχικά στάδια του πολέμου. Συνεπώς, οποιαδήποτε ένταση που μπορεί να προκύψει μεταξύ της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης Βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο αυτή δεν θα επηρεάσει σοβαρά την συμμαχική στρατηγική στην Μέση Ανατολή.
Επιπλέον, δεν έχει υπονοηθεί ότι η συνέχιση της Βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο είναι πιθανόν να οδηγήσει την Ελλάδα σε κομμουνιστική τροχιά. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα θα θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την συμμαχική στρατηγική στην Μέση Ανατολή.»
Η Στρατηγική Σημασία των Στρατιωτικών Βάσεων στην Κύπρο
Εξίσου σημαντικές είναι και οι αναφορές στην στρατηγική σημασία των στρατιωτικών βάσεων που βρίσκονται στην Κύπρο τόσο για την ίδια την Βρετανία όσο και για τις συμμαχικές δυνάμεις, όπως τις χαρακτηρίζουν. Παραθέτουμε τα πιο κάτω αποσπάσματα προς επίρρωση του πιο πάνω επιχειρήματος:
«Αναγκαίες Εγκαταστάσεις στην Κύπρο»
«Στέγαση: …η Κύπρος, ως Βρετανικό απόκτημα, είναι το μόνο μέρος στην Ανατολική Μεσόγειο που διαθέτει την απαραίτητη ασφάλεια για δημιουργία των αναγκαίων μόνιμων υποδομών για στέγαση. Είναι πιθανόν, σε κάποια στιγμή στο μέλλον, οι δυνάμεις του τμήματος Μέσης Ανατολής να αυξηθούν σε τέτοιο βαθμό που να συνεπάγεται την επέκταση της στρατιάς που βρίσκεται στην Κύπρο. Το απαραίτητο για το Ηνωμένο Βασίλειο από την Κύπρο είναι, λοιπόν, η ικανότητα εγκατάστασης στην Κύπρο, σε περίοδο ειρήνης, οποιοδήποτε τμήμα των δυνάμεων και των τριών υπηρεσιών (πεζικό, ναυτικό, αεροπορία), που θα κριθούν αναγκαία σε οποιαδήποτε στιγμή για την Βρετανική Στρατηγική στην Μέση Ανατολή».
«Αεροπορική Βάση: Αν και το εγχείρημα για κατασκευή αεροπορικής βάσης βαρέων βομβαρδιστικών στην Κύπρο είναι σε στασιμότητα, παραμένει απαραίτητο όπως το νησί να μπορεί να αναπτυχθεί σε συμμαχική αεροπορική βάση. Από την Κύπρο τα αεροσκάφη μπορούν να διεισδύσουν στην Ρωσία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αεροπορική βάση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. … Είναι συνεπώς αυταπόδεικτο ότι η στρατηγική αξία της Κύπρου είναι πιθανότερο να αυξηθεί στο μέλλον καθώς οι δυτικοί σύμμαχοι αποκτούν περισσότερη ισχύ».
Η Ανεξαρτησία και οι προτεραιότητες της Βρετανικές πολιτικής στην Κύπρο
Κάποιος καλόπιστος αναλυτής ή ερευνητής θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα πιο πάνω ίσχυαν την περίοδο του ψυχρού πολέμου και κυρίως πριν η Κύπρος γίνει ανεξάρτητο κράτος. Τα στοιχεία που θα παρουσιάσουμε πιο κάτω καταδεικνύουν ότι η Βρετανική πολιτική στην Κύπρο παρέμεινε αναλλοίωτη και απλά αναπροσαρμόσθηκε με τα νέα δεδομένα.
Στο απόρρητο μακροσκελές έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Directive to the United Kingdom High Commissioner in the Republic of Cyprus» (Οδηγίες προς τον Ύπατο Αρμοστή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο) δίδονται οι κατευθυντήριες γραμμές στον πρώτο Πρέσβη της Βρετανίας στην Κύπρο. Είμαστε σίγουροι ότι το εν λόγω κείμενο δίδεται σε κάθε νέο Πρέσβη της Βρετανίας στην Κύπρο μέχρι σήμερα, αφού αποτελεί διαχρονική πυξίδα για την πολιτική της Βρετανίας στην Κύπρο.
Επιλεκτικά αναφέρουμε τα πιο κάτω:
«Η Κυβέρνηση της αυτού Μεγαλειότητας του Ηνωμένου Βασιλείο σε έχει διορίσει ως τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο. Οι πρωταρχικοί σκοποί σου είναι:
α) η διατήρηση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε στην Κύπρο στη βάση των Συνθηκών που έχουν τεθεί σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960. Για αυτό το σκοπό θα πρέπει να διατηρείς στενή συνεργασία με τον Έλληνα και Τούρκο ομόλογο σου.
α) η διατήρηση φιλικών σχέσεων με την Κυβέρνηση της Κύπρου για διασφάλιση ότι αυτή δεν θα αμφισβητήσει:
τη συνεχιζόμενη άσκηση κυριαρχίας της Κυβέρνησης της αυτού Μεγαλειότητας στις δύο περιοχές στο νησί της Κύπρου που αποκαλούνται ως Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων στο Ακρωτήρι και στην Δεκέλεια,
τη συνεχιζόμενη άσκηση των Στρατιωτικών δυνάμεων της Κυβέρνησης της αυτού Μεγαλειότητας συγκεκριμένων δικαιωμάτων καθώς και της χρήσης συγκεκριμένων υποδομών και τοποθεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως περιγράφονται στην συμφωνία».
Επιπρόσθετα, η παράγραφος 5 του πιο πάνω εγγράφου εξηγεί πως ο εκάστοτε Ύπατος Αρμοστής της Βρετανίας στην Κύπρο θα διασφαλίσει πως δεν θα αμφισβητηθεί το καθεστώς των Βάσεων, ως εξής:
«…θα είναι το πρώτο σου καθήκον να δημιουργείς σχέσεις με την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τέτοιο τρόπο που να διασφαλίζεις ότι, για όσο χρονικό διάστημα είναι δυνατόν, αυτά τα τεράστια συμφέροντα της Κυβέρνησης της αυτού Μεγαλειότητας του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα τεθούν σε κίνδυνο».
Από τη γένεση της Κυπριακής Δημοκρατίας πρωταρχικός σκοπός της Βρετανίας ήταν και είναι η μη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους και η μη αμφισβήτηση της λειτουργίας των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα της πολιτικής τους και των προσπαθειών τους φαίνεται ότι στα 48 χρόνια ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ουδέποτε έχει κλονισθεί σοβαρά η λειτουργία των Βρετανικών Βάσεων.
Η λειτουργία των Βάσεων ενέχει σε κάθε Ύπατο Αρμοστή της Βρετανίας στην Κύπρο ειδικό βάρος, ευθύνες και αρμοδιότητες. Αποκαλυπτική επί τούτου είναι η παράγραφος 8 του εν λόγω κειμένου:
«Η ύπαρξη των Κυρίαρχων Βάσεων καθώς και των λοιπών εγκαταστάσεων, η παρουσία και οι δραστηριότητες των δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου τόσο εντός των Βάσεων όσο και στις περιοχές της Δημοκρατίας, και ειδικά στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, καθώς και το γεγονός ότι οι Κυρίαρχες Βάσεις αποτελούν το αρχηγείο του Γενικού Επικεφαλής αρμόδιου για τον αμυντικό συντονισμό του Ηνωμένου Βασιλείου στην Εγγύς Ανατολή , έχει ειδικό τρόπο χειρισμού των πολιτικών σχέσεων Κύπρου-Ηνωμένου Βασιλείου και θα έχεις επιπρόσθετες ευθύνες στους ώμους σου πέραν αυτών που περιγράφονται στις παραγράφους 2 και 3 πιο πάνω».
Η στρατηγική και μακρόπνοη σκέψη των Βρετανών αποκαλύπτεται στο παρόν έγγραφο αφού γίνεται ρητή αναφορά στην ύπαρξη σχεδίου εκκένωσης πολιτών μέσω των περιοχών των Βάσεων. Συγκεκριμένα η παράγραφος 12 αναφέρει:
«Θα είσαι ασφαλώς ενήμερος για το στρατιωτικό σχέδιο (κωδικός COS (60) 94) για την εκκένωση Βρετανών υπηκόων από την Κυπριακή Δημοκρατία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Θα παρατήρησες ότι η ευθύνη για την εισήγηση εκκένωσης πολιτών βρίσκεται στον Αρχηγό των Δυνάμεων της Εγγύς Ανατολής σε συνεννόηση μαζί σου. Η ευθύνη για την εκκένωση όλων των υπολοίπων Βρετανών υπηκόων είναι, φυσικά, δική σου».
Καθόλη τη δεκαετία του 1960 οι Βάσεις αναπτύχθηκαν περαιτέρω και με την κλιμάκωση του ψυχρού πολέμου αναδείχθηκε η στρατηγική τους σημασία ειδικά στον τομέα της παρακολούθησης και της κατασκοπείας. Το τελευταίο έγγραφο είναι ημερομηνίας 13 Σεπτεμβρίου 1972 και επεξηγεί την σημασία της Κύπρου και των Βάσεων 12 χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου.
«Οι κυριότεροι λόγοι του γιατί οι Βρετανικές Δυνάμεις είναι εγκαταστημένες στην Κύπρο (εκτός από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ) αναφέρονται από τον Διοικητή των Βρετανικών Δυνάμεων Εγγύς Ανατολής ως η συνεισφορά στην διατήρηση της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, η υποστήριξη της Νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ, η υποστήριξη του CENTO, η διατήρηση της ασφάλειας των Βρετανικών Βάσεων, των θαλάσσιων και αεροπορικών επικοινωνιών και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου όπως περιγράφονται στις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης και Εγγυήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας και της αμυντικής συμφωνίας με την Μάλτα. Με πιο συγκεκριμένους όρους οι Βάσεις, διατηρούν επιθετικές και τακτικές δυνάμεις παρακολούθησης για την υποστήριξη του CENTO, ικανότητα αεροπορικής κάλυψης της περιοχής, αποτελούν σημείο ανασύνταξης των δυνάμεων του CENTO στη διαδρομή προς την Άπω Ανατολή, η παροχή υποστήριξης στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ, η ύπαρξη εκπαιδευτικής βάσης (που χρησιμοποιείται για στρατεύματα εκτός του νησιού) και, φυσικά, η δυνατότητα για υπεράσπιση των περιοχών των Κυρίαρχων Βάσεων. Επίσης υπάρχουν για να δίνουν πλάγια υποστήριξη στο ΝΑΤΟ και για να παρέχουν μια βάση για επιχειρήσεις παρακολούθησης και κατασκοπείας».
Συμπεράσματα
Από την παράθεση των πιο πάνω αποσπασμάτων μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για τον ρόλο και την πολιτική της Βρετανίας στην Κύπρο.
1. Οι Βρετανικές στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρου αποτελούν ζωτικής σημασίας για την στρατηγική και πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου διαχρονικά.
2. Το κύριο ζητούμενο στις σχέσεις Κύπρου-Βρετανίας είναι η απρόσκοπτη λειτουργία των Βάσεων στην Κύπρο. Όταν αυτές τεθούν εν αμφιβόλω από την ίδια την Κύπρο τότε η Βρετανία πιθανόν να αναθεωρήσει την πολιτική της στην Κύπρο.
3. Όλο το διάστημα του ψυχρού πολέμου η Κύπρος αποτέλεσε την πιο χρήσιμη βάση τόσο για του Βρετανούς όσο και για τις ΗΠΑ και δυστυχώς χωρίς κανένα αντάλλαγμα σε πολιτικό επίπεδο.
4. Καμιά Κυβέρνηση της Κύπρου, πλην του Κυβερνητικού χειρισμού της κρίσης του Λιβάνου το 2006 όπου απαγορεύτηκαν οι προσγειώσεις όλων αεροπλάνων ξένων κρατών στα αεροδρόμια των Βάσεων, δεν εκμεταλλεύτηκε την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου τόσο για τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού και κυρίως για μείωση του παρεμβατικού ρόλου της Βρετανίας στην περιοχή.
5. Όλες οι πολιτικές της Βρετανίας είναι συνδεδεμένες με το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων. Τρανή απόδειξη ότι από οποιαδήποτε πρόταση για επίλυση του Κυπριακού οι Βρετανοί επιθυμούν να είναι κερδισμένοι αναφορικά με το καθεστώς των Βάσεων. Η αναβάθμιση τους που επιχειρήθηκε με το Σχέδιο Ανάν δείχνει ότι οι προθέσεις τους είναι αφενός μεν να μην επηρεαστούν τα Βρετανικά συμφέροντα και αφετέρου αν είναι δυνατόν να τα επεκτείνουν (π.χ με δικαίωμα για χωρικά ύδατα, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, δικαίωμα έρευνας και διάσωσης, δικαίωμα εκμετάλλευσης υποθαλλάσιου πλούτου).

ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ: Η έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ για το σχέδιο Ανάν

αναδημοσίευση από το περιοδιό "Άποψη"

Εισαγωγή
Η πρώτη εκδοχή του σχεδίου Ανάν υποβλήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2002 και τροποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 10 Δεκεμβρίου 2002. Στις 27 Δεκεμβρίου 2002 συνήλθε η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ και αφού συζήτησε το σχέδιο Ανάν, αποφάσισε όπως το αποδεχθεί ως βάση για διαπραγμάτευση. Περαιτέρω αποφάσισε ότι η τελική τοποθέτηση του κόμματος θα γινόταν, αφού ολοκληρώνονταν οι διαπραγματεύσεις. Η πολυσέλιδη αξιολόγηση της Κεντρικής Επιτροπής για το σχέδιο Ανάν με τίτλο «Ανάλυση του Σχεδίου Ανάν για Επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος», στηρίχθηκε στις εισηγήσεις του μέλους της διαπραγματευτικής ομάδας εκ μέρους του ΑΚΕΛ, Τουμάζου Τσελεπή.
Το Σχέδιο Ανάν τροποποιήθηκε για δεύτερη φορά στις 26 Φεβρουαρίου 2003. Η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ συνήλθε στις 8 Μαρτίου 2003 για να εκτιμήσει τις διαφοροποιήσεις αυτές, τις οποίες και κατέγραψε. Ακολούθησαν οι διαπραγματεύσεις στο Μπούργκενστοκ, και η υποβολή δύο ακόμα αναθεωρημένων σχεδίων στις 25 και 31 Μαρτίου 2004. Η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ συνήλθε στις 9 Απριλίου του 2004 και αξιολόγησε εκ νέου τις αναθεωρήσεις του σχεδίου, με σκοπό να καταλήξει στα συμπεράσματά της.
Με σκοπό τη λήψη απόφασης, η Κεντρική Επιτροπή προέβη σε ανατύπωση για εσωτερική χρήση, τόσο της πολυσέλιδης αρχικής αξιολόγησης της Κεντρικής Επιτροπής, ημερομηνίας 27/12/2003, όσο και της εκτίμησης των διαφοροποιήσεων, ημερομηνίας 8/3/2003. Για τις διαφοροποιήσεις του πέμπτου αναθεωρημένου σχεδίου Ανάν υποβλήθηκε χειρόγραφο σημείωμα του Τουμάζου Τσελεπή.
Η «Άποψη» έχει εξασφαλίσει και δημοσιεύει το ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ κείμενο της έκθεσης αξιολόγησης της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ για το σχέδιο Ανάν, το οποίο αποκαλύπτεται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα. Με δεδομένο ότι πλέον το ΑΚΕΛ είναι το κυβερνών κόμμα, και το κόμμα που καλείται να χειριστεί τη νέα διαπραγμάτευση του κυπριακού, η αξιολόγηση της Κεντρικής Επιτροπής για το σχέδιο Ανάν, έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν και το σχέδιο Ανάν είναι πλέον νεκρό, μετά την απόρριψη του από τον κυπριακό λαό στο δημοψήφισμα, εντούτοις η αξιολόγηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ έχει τη δική της σημασία σε οποιαδήποτε νέα προσπάθεια για επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
Η «ΑΠΟΨΗ» δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση, υιοθέτηση ή απόρριψη του κειμένου. Για το λόγο αυτό θ’ αποφύγουμε ν’ ασχοληθούμε στα πλαίσια του παρόντος «Φακέλου» με το παρασκήνιο για όσα διαδραματίστηκαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ, κατά τη συζήτηση του σημειώματος Τσελεπή επί του πέμπτου αναθεωρημένου σχεδίου Ανάν. Το έγγραφο, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύουμε σήμερα, αποτελείται από 29 σελίδες και περιλαμβάνει τις δύο αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής, ημερ. 27/12/2003 και 8/3/2003. Περιοριζόμαστε στη δημοσίευσή των σημαντικότερων αποσπασμάτων του πιο πάνω εγγράφου, με την πεποίθηση ότι αυτό θα συμβάλει στην πληρέστερη ενημέρωση του Κύπριου πολίτη.
Η Νέα Κατάσταση Πραγμάτων
Πιο κάτω διευκρινίζεται ότι οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές πράξεις οποιασδήποτε αρχής που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος της Συμφωνίας αναγνωρίζονται και είναι έγκυρες, εφόσον δεν είναι αντίθετες με τις πρόνοιες της Συμφωνίας.
Το Διεθνές Δίκαιο και η διεθνής νομολογία προνοούν ότι δεν γίνονται αποδεκτοί οι ‘νόμοι’ παράνομων οντοτήτων με εξαίρεση κάποιες διευθετήσεις προς όφελος του πληθυσμού…Τέτοιες διευθετήσεις αφορούν για παράδειγμα πιστοποιητικά γέννησης, θανάτου, γάμου, κληρονομικά δικαιώματα κ.ο.κ. Η ιθαγένεια π.χ. δεν εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία.
Επομένως δεν μπορούμε να δεχθούμε ‘νόμους’ του ψευδοκράτους που παραπέμπουν σε κρατική υπόσταση. Μπορούμε να επικαλεστούμε την πρόνοια για ισχύ των νόμων που θα συνάδουν με τη Συμφωνία για να επιτύχουμε αυτό το στόχο. Το επιχείρημα ότι όταν θα τεθεί σε ισχύ η Συνολική Διευθέτηση δεν θα υπάρχει η ‘ΤΔΒΚ’ δεν είναι πειστικό. Δεν είναι αρκετό να μην υπάρχει, πρέπει να είναι καθαρό ότι δεν αναγνωρίστηκε ούτε για μια στιγμή πριν από την κατάργησή της, διότι σε τέτοια περίπτωση θα διατρέχαμε κινδύνους για μια σειρά λόγους που αναλύσαμε κατ’ επανάληψη και τους υπενθυμίζουμε συνοπτικά:
Πρώτο, αν οι συνομιλίες δεν καταλήξουν, το ψευδοκράτος θα βρεθεί αναγνωρισμένο από εμάς τους ίδιους (που είναι και ο μόνος προσφερόμενος από το διεθνές δίκαιο τρόπος για νομιμοποίησή του).
Δεύτερο, και αν ακόμα ο Ντενκτάς δείξει καλή θέληση και φθάσουμε σε λύση, δεν πρέπει να ξεχνάμε το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας. Αναγνωρίστηκε διεθνώς η απόσχιση της Κροατίας και της Σλοβενίας με το επιχείρημα ότι η αποχώρηση τους από την ομοσπονδία ισοδυναμούσε με διάλυση του ομοσπονδιακού κράτους και αυτή η άποψη ενισχυόταν από το γεγονός ότι οι εν λόγω Δημοκρατίες, είχαν υπάρξει ως ανεξάρτητα κράτη πριν από τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Αυτό περιλαμβάνεται στο πόρισμα της Επιτροπής Badinter που είχε διορίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να μελετήσει το θέμα. Αυτές οι αντιλήψεις υπερίσχυσαν των προνοιών του Συντάγματος της Γιουγκοσλαβίας που αναφέρονταν στην ανεξαρτησία, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα και ενότητα του ομοσπονδιακού κράτους.
Ιθαγένεια
Γίνεται αφενός αναφορά σε μια ιθαγένεια και αφετέρου σε εσωτερική ιθαγένεια των ‘συνιστώντων κρατών’ που θα συμπληρώνει και δεν θα υποκαθιστά την κυπριακή ιθαγένεια. Είναι αλήθεια ότι αυτό γίνεται και σε άλλες ομοσπονδίες, αλλά στην περίπτωσή μας η εσωτερική ιθαγένεια δεν συνδέεται μόνο με την άσκηση κάποιων πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε τοπικό επίπεδο, αλλά και με τον περιορισμό στην εγκατάσταση. Ένας τέτοιος περιορισμός θα είναι επιτρεπτός αν ο αριθμός των κατοίκων που προέρχονται από το άλλο ‘συστατικό κράτος’ περνά το 1% του πληθυσμού κατά τον πρώτο χρόνο και το 20% κατά τον 20ο χρόνο, αυξανόμενος κατά 3% κάθε 3 χρόνια στο μεσοδιάστημα. Απ’ εκεί και πέρα, οι όποιοι περιορισμοί θα είναι επιτρεπτοί μόνο αν το 1/3 του πληθυσμού προέρχεται από το άλλο συνιστών κράτος. Έτσι βασικός στόχος της εσωτερικής ιθαγένειας είναι η υποβοήθηση των προνοιών για περιορισμούς στην ελεύθερη εγκατάσταση. Με τα ποσοστά που δίνονται προκύπτει ότι οι εκτοπισμένοι των οποίων θα γίνει σεβαστό το δικαίωμα επιστροφής – και αυτό σταδιακά σε 20 χρόνια – θα είναι λίγοι.
Συμπεράσματα
Είναι σαφές ότι ο όγκος του εγγράφου, το γεγονός ότι απουσιάζει μια ρητή αναφορά στο γνωστό πλαίσιο για ένα ομοσπονδιακό κράτος με μια κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια, καθώς και η προτεινόμενη διαδικασία, δεν μας επιτρέπουν μεγάλα διαπραγματευτικά περιθώρια σε περίπτωση αποδοχής του εγγράφου ως βάση για διαπραγμάτευση. Αν αποφασιστεί η αποδοχή του ως βάσης για διαπραγμάτευση πρέπει να επιδιωχθεί η απάλειψη ή βελτίωση τουλάχιστον των πιο αρνητικών του σημείων, νοουμένου ότι δεν θα υπάρχει η πολυτέλεια απόρριψης όλων όσων δεν μας αρέσουν. Τα σημεία αυτά κατά την άποψή μας είναι τα εξής:
1. Κάποιες πρόνοιες συνηγορούν, εμμέσως πλην σαφώς, υπέρ της άποψης ότι δεν θα έχουμε νέο κράτος (παραμένουν σε ισχύ οι Συνθήκες του 1960, που υποτίθεται εγκαθίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία και εγγυούνται την ανεξαρτησία και εδαφική της ακεραιότητα. Η Κύπρος είναι ένα ανεξάρτητο κράτος, είναι μέλος του ΟΗΕ κ.α. Και σε αυτό το τελευταίο ωστόσο μπορεί κάποιος να δώσει διαφορετική ερμηνεία. Μιλά για Κύπρο, όχι για Κυπριακή Δημοκρατία, άρα για τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Φαίνεται παρατραβηγμένο, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να το επισημάνουμε). Άλλες πρόνοιες σε μικρότερο βαθμό δεν αποκλείουν την αντίθετη ερμηνεία (οι ορολογίες για συστατικά κράτη, ιδρυτική συμφωνία, συμφυή συντακτική εξουσία, κοκ, η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και τις αρχές και σκοπούς του ΟΗΕ στο προοίμιο της Συμφωνίας, η φρασεολογία που χρησιμοποιείται κυρίως για τις διεθνείς συνθήκες, αλλά και για τη νομοθεσία).
2. Παρομοίως, ενώ αρκετές πρόνοιες συνηγορούν εμμέσως πλην σαφώς υπέρ του ομοσπονδιακού κράτους, κάποιες πρόνοιες επιτρέπουν διαφορετικές ερμηνείες, η αναφορά ‘κυριαρχικώς ασκούμενες εξουσίες’ των ‘συστατικών κρατών’, η εγγύηση της ‘εδαφικής ακεραιότητας’ των συστατικών κρατών κ.α.
3. Υπάρχουν προβλήματα λειτουργικότητας και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η μεταβατική περίοδος. Χρειάζεται να εισαχθούν περισσότεροι μηχανισμοί ξεπεράσματος αδιεξόδων.
4. Είναι μικρός ο αριθμός των εκτοπισμένων των οποίων το δικαίωμα επιστροφής υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση θα γίνει σεβαστό στην πράξη.
5. Μένει η μεγάλη πλειοψηφία των εποίκων.
6. Μένουν στρατεύματα.
7. Οι ερωτήσεις στα δημοψηφίσματα είναι διατυπωμένες κατά τρόπο που μπορεί να ερμηνευθεί, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ως απόρριψη όχι μόνο της λύσης του κυπριακού, αλλά και της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
8. Νοουμένου ότι η λύση θα προηγηθεί της ενταξιακής συμφωνίας, δεν διευκρινίζεται τι θα γίνει αν η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίψει τις εξαιρέσεις που ζητούνται από το κοινοτικό κεκτημένο.
9. Η Κύπρος για να συμμετέχει στην ΚΕΠΠΑ θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας.
Αν θα απομονώναμε τα κυριότερα από τα πιο πάνω αρνητικά σημεία, αυτά θα ήταν τα ζητήματα των εποίκων, της επιστροφής υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση και των ζητημάτων που εντοπίζονται αναφορικά με την απρόσκοπτη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα το ζήτημα της λειτουργικότητας. Για τα δυο πρώτα (πρόσφυγες και έποικοι) η διαπραγμάτευση θα είναι πιστεύουμε πολύ πιο δύσκολη, αλλά είναι και τα πιο σημαντικά ζητήματα.
Το έγγραφο ασφαλώς περιέχει και αρκετά θετικά στοιχεία, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα εξής:
1. Υπάρχουν αρκετές πρόνοιες που, εμμέσως πλην σαφώς, καταδεικνύουν συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ομοσπονδιακό κράτος.
2. Απαγορεύεται η ένωση, η διχοτόμηση και η απόσχιση, και τίποτε στη Συμφωνία δεν θα ερμηνεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ως παραβιάζον την απαγόρευση αυτή.
3. Ο συνεταιρισμός θα είναι αδιάλυτος.
4. Δεν προνοείται δικαίωμα μονομερούς επέμβασης. Σε περίπτωση παραβίασης της Συμφωνίας θα αποφασίζουν για τι δέον γενέσθαι όχι μόνο οι εγγυήτριες δυνάμεις, αλλά από κοινού και τα συστατικά κράτη και ο ΟΗΕ.
5. Επιστρέφει ικανοποιητικός αριθμός προσφύγων υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση.
6. Το κοινό ψηφοδέλτιο για την εκλογή κυβέρνησης μπορεί να λειτουργήσει ως ενοποιητικό στοιχείο.
7. Οι πολίτες δεν θα ψηφίζουν ανάλογα με την κοινότητά τους, αλλά ανάλογα με το συστατικό κράτος του οποίου έχουν την εσωτερική ιθαγένεια.
8. Υπάρχει σχετική βελτίωση των προνοιών του Συντάγματος του 1960 για το βέτο και τις χωριστές πλειοψηφίες.
Ανάλυση του Αναθεωρημένου Σχεδίου Ανάν, ημερ. 8/3/2003
Οι προτεινόμενες ονομασίες είναι:
- ‘Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία’ (αντί ‘κοινό κράτος’).
- ‘Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση’ (αντί ‘κυβέρνηση του κοινού κράτους’).
- ‘Συνιστώντα Κράτη’ (αντί ‘συστατικά κράτη’).
Η ορολογία που δεν μας ικανοποιεί είναι τα ‘συνιστώντα κράτη’, αφού αφήνει περιθώριο ερμηνειών ότι λόγος γίνεται για ομοσπονδοποίηση με συνένωση χωριστών κρατών. Παρόμοιες παρερμηνείες επέτρεπε και η προηγούμενη ορολογία για ‘συστατικά κράτη’, αλλά κατά πιο αδύναμο τρόπο. Μας λέχθηκε ότι τα ‘συνιστώντα κράτη’ έγιναν δεκτά από τον Κληρίδη με αντάλλαγμα τον όρο ‘ομοσπονδιακή κυβέρνηση’ που απουσιάζει παντελώς από τα έγγραφα του ΟΗΕ εδώ και μερικά χρόνια.
Συμπερασματικά:
Οι κυριότερες αλλαγές που έγιναν υπέρ μας είναι οι εξής: Δικαστικά ζητήματα, παραχώρηση μεγάλης έκτασης των βάσεων, αυξάνονται ελαφρώς τα ποσοστά περιουσίας συνολικά και σημαντικά ανά χωριό, βελτιώθηκε το ερώτημα για το δημοψήφισμα, παραχωρείται μέσα σε έξι μήνες σε όσους επιστρέφουν το δικαίωμα ψήφου για τα τοπικά όργανα εξουσίας, υπάρχει ελαφρά βελτίωση – αλλά όχι ικανοποιητική – στο θέμα των εποίκων σε σύγκριση με το πρώτο αναθεωρημένο, έγινε βελτίωση για τον τρόπο κατανομής του ΦΠΑ.
Οι σε βάρος μας αλλαγές είναι βασικά οι εξής: Φεύγει η Καρπασία από τις περιοχές που είχαν προταθεί για Ε/Κ διοίκηση, αλλάζουν σε βάρος μας τα χρονοδιαγράμματα και το συνολικό ποσοστό Ε/Κ που θα μπορούν να εγκατασταθούν στα κατεχόμενα, εξακολουθεί να είναι μεγάλος ο αριθμός των εποίκων και των στρατευμάτων, αλλάζει σε βάρος μας η πρόνοια για τους νόμους που ίσχυαν πριν τη λύση.

Ανεβάζουν τις στροφές Αλλάζουν τα χρονοδιαγράμματα, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία

Λευκωσία: Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Τουρκία, αλλάζει τους σχεδιασμούς των εν δυνάμει μεσολαβητών στο Κυπριακό. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Φ», ο αρχικός σχεδιασμός ήταν η έναρξη της διαδικασίας με χαμηλές ταχύτητες μέχρι να ξεκαθάρισε το τοπίο στην Τουρκία. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν πως τα δεδομένα αλλάζουν και η διαδικασία θα αρχίσει με μεγαλύτερη ταχύτητα και πιο εντατικά. Η νέα προσέγγιση δεν συνεπάγεται και καθημερινές εντατικές διαπραγματεύσεις, Χριστόφια-Ταλάτ. Θα αξιοποιηθούν, ωστόσο και τα τρία επίπεδα ( ηγέτες, σύμβουλοι, ομάδες εργασίας), ώστε να πιεσθεί η διαδικασία και να υπάρξουν αποτελέσματα νωρίτερα, κατά πάσα δυνατότητα μέχρι το Δεκέμβριο.

Επί της ουσίας, πάντως, δεν υπάρχει ποσώς διαφοροποίηση του σκηνικού, καθώς η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να κινείται στη γραμμή των αποφάσεων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Δηλαδή, η λύση πρέπει να καταλήξει σε δύο κράτη, σε παρθενογένεση και σε πολιτική ισότητα δύο ξεχωριστών κρατών.

Η Λευκωσία, γνωρίζοντας τις δυσκολίες, παρουσιάζεται να επενδύει στην παρουσία Ταλάτ, ως του «μοναδικού συνομιλητή στην τ/κ πλευρά». Υποστηρίζεται από ελληνοκυπριακής πλευράς πως «ο Ταλάτ θέλει λύση», πλην όμως αντιμετωπίζει εσωτερικές πιέσεις και προβλήματα.

Η Λευκωσία φαίνεται να ανησυχεί για το ενδεχόμενο να απομακρυνθεί ο Ταλάτ καθώς εάν έλθει κάποιος άλλος, «δεν θα μπορέσουμε να συζητήσουμε πλέον για το Κυπριακό». Αυτή η προσέγγιση, καθορίζει εν πολλοίς και την τακτική που θα ακολουθηθεί από την ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά και το πλαίσιο όλων των κινήσεων.

Την ίδια ώρα, σε ότι αφορά τη διαδικασία, φαίνεται να διαπιστώνονται προβλήματα. Το πρώτο ζήτημα αφορά το χρονοδιάγραμμα. Η τουρκική πλευρά επιμένει στον καθορισμό ημερομηνίας λήξης της νέας διαδικασίας( τέλος Δεκεμβρίου 2008 αρχές 2009). Θέση με την οποία διαφωνεί η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η επιδιαιτησία. Η τουρκική πλευρά υποδεικνύει πως η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει εάν δεν παρεμβαίνει ο Διεθνής Οργανισμός με ιδέες γεφύρωσης των διαφορών ή και με προτάσεις. Για την Λευκωσία, η επιδιαιτησία συνιστά αυτοχειρία, ιδιαίτερα μετά το πάθημα του 2004.