Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Το επιστέγασμα μιας σειράς προσωπικών μελετών του κ.Αγγελοτόπουλου

«Η Τουρκία είχε πάντοτε μια κρατική πολιτική για την Κύπρο. Στη συγκρότησή της διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο το Υπουργείο Εξωτερικών και φυσικά το Γενικό Επιτελείο. Έτσι έγινε το 1960, έτσι το 1963, έτσι και το 1974. Γι’ αυτό το λόγο στην Κύπρο αυτά που σκέφτονται τα άτομα μπορεί να είναι διαφορετικά απ’ αυτά που σκέφτονται οι ομάδες, άλλο αυτό, όμως η πολιτική που εφαρμοζόταν στην Κύπρο ήταν πάντοτε κρατική πολιτική».

Gül İnanç, Büyükelçiler Anlatıyor. Türk Diplomasisinde Kıbrıs (1970-1991) (Οι Πρέσβεις Αφηγούνται. Η Κύπρος στην Τουρκική Διπλωματία, 1970-1991) (İstanbul: Türkiye İş Bankası Kültür Yayınları, 2007), σελ, 74, «πρέσβης» Candemir Onhon.


Από τις Εκθέσεις Nihat Erim στο Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας:
Παράμετροι της Τουρκικής στοχοθεσίας για την Κύπρο (1956-2006)


Εισαγωγή
Η παρούσα εργασία αποτελεί το επιστέγασμα μιας σειράς προσωπικών μελετών του συγγραφέα, σχετικών με το Κυπριακό ζήτημα, οι οποίες εκτείνονται χρονικά στο διάστημα της τελευταίας δωδεκαετίας. Αφορμή για την εκπόνησή της αποτέλεσε η παρέλευση πενήντα χρόνων από τη συγγραφή των δύο εκθέσεων Erim, το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1956, με τις εξελίξεις να οδηγούν το Κυπριακό με αξιοθαύμαστη και μαθηματική ακρίβεια πάνω στις ράγες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής επί του ζητήματος, τις οποίες χάραξε προ πεντηκονταετίας ο Τούρκος καθηγητής.
Παράλληλα, ένας από τους σημαντικούς λόγους που ώθησε στη συγγραφή της είναι οι εξαιρετικά περιορισμένες αναφορές σε τουρκικές πηγές και οι παραθέσεις τουρκικής βιβλιογραφίας στις εργασίες Ελλήνων ερευνητών για το Κυπριακό. Παρά τον αυξανόμενο όγκο των επιστημονικών άρθρων και βιβλίων επί του θέματος και παρά τη σημαντικότατη συμβολή των εργασιών αυτών στην καταύγαση άγνωστων πτυχών και παραγόντων που διαμόρφωσαν την ιστορική πορεία του κυπριακού ζητήματος, σπανίζουν οι περιπτώσεις Ελλήνων ερευνητών, οι οποίοι να έχουν την ευχέρεια να πραγματεύονται με επάρκεια το θέμα τους, ερειδόμενοι πέραν των ελληνικών και των εξ εσπερίας πηγών, και στις τουρκικές.

Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να ξεφύγει από την ανωτέρω πεπατημένη της ελληνικής βιβλιογραφίας και να αποτελέσει αφορμή σχολίων και παρατηρήσεων για μία συνολικότερη και πληρέστερη αποτίμηση των τρόπων πρόσληψης του Κυπριακού από τις τουρκικές πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ, καθώς και του συνολικότερου στρατηγικού σχεδιασμού που είχαν – και έχουν – για το νησί. Η δράση και η λειτουργία των παραγόντων αυτών θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί σχεδόν αποκλειστικά μέσω δευτερογενών τουρκικών πηγών, άρθρων και βιβλίων, οι οποίες στην πλειονότητά τους είδαν το φως της δημοσιότητας την τελευταία δεκαετία. Φυσικά, μία περισσότερο διεξοδική πραγμάτευση του συγκεκριμένου θέματος ξεφεύγει από τα περιορισμένο πλαίσιο της υφιστάμενης παρουσίασης, η οποία φιλοδοξεί, ωστόσο, να εμπλουτίσει την ελληνική βιβλιογραφία με αναφορές, κρίσεις και εκτιμήσεις της τουρκικής πλευράς, έτσι όπως αποτυπώνονται στα παρατιθέμενα έργα. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μοναδικός τρόπος να εκδηλωθεί ένας γόνιμος διάλογος, προκειμένου να γίνει πληρέστερα κατανοητή η ιστορική πορεία του Κυπριακού, να αποκατασταθούν στις σωστές τους διαστάσεις τα πρόσωπα και οι δομές που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο και να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, επιστημονικά αλλά και πολιτικά.

Οι δύο εκθέσεις Erim (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1956)
Το έτος 1956 αποτέλεσε μία σημαντική χρονιά για την εξέλιξη του κυπριακού αγώνα. Αντίθετα με τους στόχους της ΕΟΚΑ στο εσωτερικό, η διεθνής συγκυρία θα διαμόρφωνε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς για την ευόδωση του τελικού σκοπού που ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ήταν η χρονιά, κατά την οποία έλαβε χώρα η τρίτη κατά σειρά αποτυχημένη προσπάθεια να επιτευχθεί θετικό αποτέλεσμα σε επίπεδο Ο.Η.Ε., η αποτυχία των βρετανικών, γαλλικών και ισραηλινών δυνάμεων στην κρίση του Σουέζ, αλλά και η υποβολή του πρώτου διχοτομικού σχεδίου Radcliffe (είχε προηγηθεί το ανιχνευτικό σχέδιο-εργασία του μονίμου υφυπουργού Kirkpatrick).

Είναι υπό αυτές τις διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνονται υπό μορφήν εκθέσεως οι βασικές γραμμές της πολιτικής που επρόκειτο να ακολουθήσουν – με τακτικές μόνο διαφοροποιήσεις – οι πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ της Τουρκίας τα επόμενα 50 χρόνια. Όπως αφηγείται στο βιβλίο του ο καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου, Nihat Erim, το Νοέμβριο του 1956 ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας, Adnan Menderes, του ζήτησε να πάρει τη θέση του ειδικού συμβούλου του στο Κυπριακό και να συντάξει – αφού τύχει σχετικής ενημέρωσης από το Τ/ΥΠΕΞ – μία έκθεση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Οι πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές που του είχε δώσει η τουρκική κυβέρνηση ήταν οι εξής: «α) Οι Άγγλοι να παραμείνουν στην Κύπρο, β) αν πρόκειται να αποχωρήσουν, τότε το νησί να δοθεί σε μας, γ) αν δεν γίνει αυτό, τότε να διχοτομηθεί, δ) αυτοδιοίκηση, και ε) αυτό που δεν επιθυμούμε καθόλου: να δοθεί η νήσος στην Ελλάδα».

Παρά το γεγονός ότι ο καθηγητής Erim ανήκε στην κεμαλική αντιπολίτευση, στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, αποδέχτηκε την πρόταση και τη θέση χάριν του «εθνικού χαρακτήρα» της αποστολής και σε σύντομο διάστημα συνέταξε τις δύο προαναφερθείσες εκθέσεις. Στην πρώτη, η οποία ολοκληρώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1956, ο Τούρκος καθηγητής αναπτύσσει ένα σύνολο νομικών και πολιτικών επιχειρημάτων και «λόγων», οι οποίοι κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος θα πρέπει να «αποδοθεί» στην Τουρκία. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η συχνή χρήση της λέξης «απόδοση» (verilmek – Kıbrıs’ın verilmesi), η οποία είναι χαρακτηριστική της αντίληψης που υποφώσκει και της νοοτροπίας που κυριαρχεί στην τουρκική πολιτική αντιμετώπιση της Κύπρου: Η τελευταία αποτελεί ένα επίδικο αντικείμενο διεκδίκησης, του οποίου η τύχη πρόκειται να κριθεί όχι από τη βούληση των κατοίκων της, αλλά από τις συμφωνίες που θα συνάψουν οι παλαιοί (Οθωμανοί) και οι νέοι (Βρετανοί) «ιδιοκτήτες». Σωστά, λοιπόν, ο Mehmet Hasgüler παρατηρεί ότι «η εξέταση των σχέσεων Κύπρου-Τουρκίας επιβάλλει να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις μετά από την περίοδο που ακολούθησε την κατοχή της Νήσου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και μάλιστα αξίζει να προσεγγίσουμε το ζήτημα με βάση τη διασύνδεση ‘συνέχειας-ασυνέχειας’ της Τουρκικής Δημοκρατίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία […] Εάν ληφθεί υπ’ όψιν η υφιστάμενη στην Τουρκία συνέχεια της κρατικής παράδοσης, γίνεται αντιληπτή η δυσκολία που έχουν οι αποφασίζοντες να αντιμετωπίσουν την Κύπρο ως μία αυτόνομη δομή. Ένα κράτος στην Κύπρο, το οποίο θα μπορούσε να κινηθεί ανεξάρτητα και κυρίαρχα, δεν θα προτιμούνταν, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να το καθοδηγεί και να επεμβαίνει η Τουρκική Δημοκρατία». Μάλιστα ο Hasgüler δεν διστάζει να διαπιστώσει πως «στην Τουρκία, εξάλλου, οι λαοί που αποτίναξαν την κυριαρχία της αυτοκρατορίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους αντιμετωπίζονται τόσο από την αριστερά, όσο και από τη δεξιά με βάση τη στάση του κράτους απέναντί τους». Κατά συνέπεια, ο συγγραφέας δικαιώνει την άποψη ότι η Τουρκία, συντασσόμενη με τη Βρετανία κατά την πρώτη προσφυγή της Ελλάδας στον Ο.Η.Ε. το 1954, επέδειξε συμπεριφορά «προσκείμενου στον ιμπεριαλισμό».

Επανερχόμενοι στην έκθεση Erim, διαπιστώνουμε πως τον πρώτο λόγο που επικαλείται ο Τούρκος καθηγητής για την «απόδοση» της Κύπρου στην Τουρκία είναι «στρατηγικός»: Η υφιστάμενη «ανάγκη να βρίσκεται η στρατιωτική ισχύς του νησιού σε σοβαρά και ανώτερα χέρια, για την προάσπιση των συμφερόντων και της ασφάλειας της Τουρκίας», η λειτουργία του Συμφώνου της Βαγδάτης και του ΝΑΤΟ, καθώς και η σημασία της για τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας, μετά και την κρίση της διώρυγας του Σουέζ.

Η επίκληση λόγων «στρατιωτικής ασφάλειας» της Τουρκίας προκειμένου να «επιστραφεί» η Κύπρος στους Τούρκους, επαναλαμβάνεται και εξειδικεύεται από τον Erim στη δεύτερη έκθεσή του, η οποία ολοκληρώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1956: «Η Κύπρος αποτελεί, από την πλευρά της άμυνας της Τουρκίας, μία εξέδρα για άλματα, η οποία δύναται να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη. Για την Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να φαντασθεί κάποιος παρόμοιο κίνδυνο λόγω της Κύπρου. Πώς μπορεί να παραγνωρισθεί αυτό; […]

Είναι δυνατόν η εγκατάλειψη της Κύπρου να διαδραματίσει ζωτικό ρόλο στο καθορισμό της τύχης των 25 εκατομμυρίων Τούρκων, στο α΄ ή στο β΄ σύστημα διακυβέρνησης, εξαιτίας του ότι το ζήτησε η ελληνική πλειοψηφία, επειδή δηλαδή το ζήτησαν 380 χιλιάδες άτομα, έναντι των 25 εκατομμυρίων;». Σε συμπληρωματικό υπόμνημα που υποβάλλει τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Erim εισηγείται ορισμένα «μέτρα ασφαλείας που επιφυλάσσει το μέλλον για την Τουρκία κατά την εφαρμογή της αυτοκυβέρνησης του σχεδίου Radcliffe». Στο δεύτερο από αυτά προτείνει «να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της Τουρκίας να εγκατασταθούν τουρκικές φρουρές σε στρατηγικής σημασίας σημεία της Νήσου».

Όπως καθίσταται φανερό από τα ανωτέρω, η λογική που πρυτανεύει κατά τη χάραξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με την Κύπρο στα τέλη του 1956 παραπέμπει ευθέως στον στρατιωτικό και γεωστρατηγικό σχεδιασμό της χώρας. Τα κριτήρια που υιοθετούνται είναι καθαρά στρατιωτικά και η υιοθετούμενη ρητορεία παραπέμπει στις ανησυχίες για το μέλλον της ασφάλειας της Τουρκίας. Στον καλόπιστο παρατηρητή, όμως, οι τουρκικές αυτές «ανησυχίες» φαντάζουν τουλάχιστον περίεργες με βάση τα τότε δεδομένα: Τόσο η Τουρκία, όσο και η Ελλάδα είναι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ από το 1952, με κυβερνήσεις σταθερά προσανατολισμένες στη δυτική συμμαχία, ενώ το νησί βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία. Στο μέτρο που είναι ειλικρινείς οι αναφορές του Erim στην «ασφάλεια της Τουρκίας και στη λειτουργία του ΝΑΤΟ», δικαιούται κάποιος να απορήσει από ποιον κινδυνεύει. Την απάντηση θα δώσει ο ίδιος ο Erim δεκαπέντε χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, αξίωμα που του προτάθηκε και έλαβε από τους Τούρκους πραξικοπηματίες στρατηγούς της 12ης Μαρτίου 1971. Το περιστατικό αφηγείται ο απόστρατος στρατηγός Kemal Yamak, στo σχετικά πρόσφατο και εν είδει πολιτικής παρέμβασης στα τουρκικά πράγματα βιβλίο του. Κατά τη διάρκεια μιας ενημέρωσης για το Κυπριακό στο τουρκικό Γενικό Επιτελείο, η οποία έγινε από τον Yamak, ο πρωθυπουργός Erim προέβη στην ακόλουθη παρέμβαση: «Το Κυπριακό δεν είναι, όπως ισχυρίζονται πολλοί, πρόβλημα των Κυπρίων, αλλά περισσότερο πρόβλημα της Τουρκίας. Αποτελεί ένα κοινό και πολύ σημαντικό πρόβλημα Τούρκων και Τουρκοκυπρίων, ένα πρόβλημα ασφάλειας και άμυνας […] Όπως καταδείχθηκε και στην παρουσίαση, δεν μπορεί να επιτραπεί η ύπαρξη και η μετεξέλιξη μιας απειλής, της οποίας ο αντίχειρας ακουμπά στον Έβρο, τα δάχτυλά της εκτείνονται στα νησιά του Αιγαίου, ο καρπός της εγκαταστάθηκε στην Κρήτη και στη Ρόδο, [απειλή] η οποία έθεσε ως στόχο την πολιτική της περικύκλωσης της Μικράς Ασίας από νότια και δυτικά, καθώς και την απομόνωσή της από τη Μεσόγειο, και η οποία τεντώνει τώρα το δείκτη της στην Κύπρο, ως εάν να ήθελε να σφίξει το λαρύγγι του τουρκικού έθνους…».

Το ανωτέρω απόσπασμα καταδεικνύει με απλό αλλά εύγλωττο τρόπο ένα μείζον στερεοτυπικό χαρακτηριστικό της τουρκικής πολιτικής και στρατιωτικής σκέψης: Την αντίληψη περί «απειλής» που συνιστά η Ελλάδα για την Τουρκία, έτσι όπως γίνεται αντιληπτή από ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ της γείτονος. Η θεωρία περί «περικύκλωσης» της Τουρκίας από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου που «δόθηκαν» στην Ελλάδα και περί «απομόνωσης» της Ανατολίας που δήθεν θέτει ως πολιτικό της στόχο η Ελλάδα, επαναλαμβάνονται διαρκώς από το 1956 μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, ο αγώνας των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα εκλαμβάνεται ως «ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα της περικύκλωσης», μία ακόμη περαιτέρω φάση στην πορεία της «απομόνωσης της Τουρκίας». Αυτή, λοιπόν, είναι και η απάντηση στο ερώτημα που διατυπώθηκε πιο πάνω: Η αντίληψη ότι «απειλή» για την Τουρκία συνιστά η Ελλάδα με την «επεκτατική της πολιτική». Ο ίδιος ο Erim προσθέτει κατόπιν και τα εξής, προς επίρρωση της λογικής του: «Το παράδειγμα της Κρήτης διερευνήθηκε και αναλύθηκε πολύ καλά [σ.σ., στην παρουσίαση του Yamak που προηγήθηκε] και τα γεγονότα τοποθετήθηκαν εύστοχα το ένα δίπλα στο άλλο. Το τουρκικό έθνος δεν μπορεί να χωνέψει μία νέα Κρήτη. Υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν. Όπως αναφέρθηκε, δεν πήραν οι Έλληνες την Κρήτη, τους την έδωσε η Ευρώπη. Τα νησιά του Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Ρόδο, τους τα ‘δωσε η Ευρώπη. Αυτή έβαλε τους Έλληνες να επιτεθούν εναντίον της Μικράς Ασίας».

Για να γίνει κατορθωτή, ωστόσο, η αποτροπή της Ένωσης και η «ανάκτηση» της Κύπρου, έπρεπε να προβληθούν και μία σειρά νομικών και πολιτικών επιχειρημάτων τα οποία να πείθουν ένα ευνοϊκά διακείμενο διεθνές ακροατήριο από τη μια, αλλά και να μπορούν να χρησιμεύσουν ως αιτιολόγηση των τουρκικών θέσεων σε μία διαδικασία διαπραγματεύσεων από την άλλη. Αυτό ακριβώς το καθήκον αναλαμβάνει ο Erim. Στην πρώτη του έκθεση καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η τουρκική πλευρά θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση εάν στηρίξει την επιχειρηματολογία της στη συνθήκη της Λωζάννης. Αντ’ αυτού, προτείνει την ανάδειξη των εξής σημείων: α) Η διεκδίκηση της «απόδοσης» της Κύπρου στην Τουρκία δεν στηρίζεται σε νομικά, αλλά σε πολιτικά αίτια. Προκειμένου να μη «δηλητηριάζονται» οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας και Βρετανίας, μετά από μία ενδεχόμενη παραχώρηση αυτοδιοίκησης από πλευράς της τελευταίας στο νησί, την καλύτερη «διευθέτηση» αποτελεί η «μέση λύση της διχοτόμησης», β) στην Κύπρο διαβιούν «δύο διαφορετικές κοινότητες, δύο διαφορετικές ολότητες, δύο οντότητες», η κάθε μία από τις οποίες έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Το μέλλον των δύο «οντοτήτων», των δύο «λαών» – ανεξαρτησία, ένωση με τη μητέρα-πατρίδα, συνέχιση της βρετανικής διοίκησης, ή κάτι άλλο – θα αποφασισθεί κατόπιν δημοψηφίσματος σε κάθε μία από αυτές, γ) η αρχή της αυτοδιάθεσης θα εφαρμοστεί με τη μετακίνηση…ελληνικών πληθυσμών, έτσι ώστε να υπάγονται στη διακυβέρνηση της αρεσκείας τους. Η εν λόγω μετακίνηση δεν συνιστά «άσκοπη ταλαιπωρία», αλλά θα βοηθήσει να μην καταπατηθούν τα δικαιώματα της τουρκικής κοινότητας που «σήμερα» είναι μειοψηφική, θα διασφαλιστεί η ασφάλεια της Τουρκίας και θα αποφευχθεί μία μελλοντική κρίση, δ) η Τουρκία θα πρέπει να καθορίσει την προσφορότερη γι’ αυτήν μορφή διχοτόμησης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα, καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της Κύπρου θα πρέπει να συμμετάσχει και η Τουρκία, διότι το θέμα σχετίζεται με την ασφάλειά της, καθώς και της Μέσης Ανατολής. Η Ελλάδα δεν δύναται να ζητήσει το ίδιο δικαίωμα για την τουρκική περιοχή, διότι το νησί απέχει από τη Μικρά Ασία 45 μίλια, ενώ από τον Πειραιά 600», και ε) πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων από το εξωτερικό στην Κύπρο. Υπό την προϋπόθεση ότι «θα λάβουμε τα μέτρα μας», το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στο ποσοστό που ανερχόταν επί οσμανοκρατίας: «Τότε, δεν θα ανησυχούμε για [την έκβαση] του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό της τύχης του συνόλου της νήσου, είτε της διχοτόμησης».

Διαβάζοντας κάποιος εκ των υστέρων, και μάλιστα με τη χρονική απόσταση των πενήντα δύο χρόνων, τα όσα εξέθετε και ανέλυε τότε ο καθηγητής Erim, δεν μπορεί παρά να μείνει έκπληκτος από την προφητική σχεδόν ακρίβεια με την οποία επαληθεύονται οι σχεδιασμοί του. Πράγματι, εν έτει 2008, η τουρκική εξωτερική πολιτική για την Κύπρο έχει κατορθώσει να επιβάλλει de facto την «πολιτικά λογική» «μέση γραμμή» της διαίρεσης, επιδιώκει τη με κάθε μέσο διεθνή αποδοχή της «ξεχωριστής οντότητας» του «Τουρκοκυπριακού λαού» (ήδη με το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν οι Τουρκοκύπριοι έχουν ασκήσει ένα ‘ξεχωριστό δικαίωμα’), η επικληθείσα τότε αναλογική «αρχή της αυτοδιάθεσης» έχει οδηγήσει στην κατ’ ευφημισμό «μετακίνηση» του 1/3 του ελληνοκυπριακού πληθυσμού από το βόρειο τμήμα του υπό κατοχή νησιού, προς…εξυπηρέτηση των «δικαιωμάτων» των Τουρκοκυπρίων, η Τουρκία έχει καθορίσει μονομερώς και με βάση τα στρατηγικά της συμφέροντα τη γραμμή της «διχοτόμησης», διεκδικώντας μέχρις εσχάτων τον έλεγχο και του υπολοίπου τμήματος της Κύπρου, ενώ αλλοιώνει διαρκώς και συστηματικώς τα δημογραφικά δεδομένα του νησιού, μεταφέροντας ετερόκλητους πληθυσμούς από την ηπειρωτική Τουρκία.

Κρινόμενη εκ του αποτελέσματος, πρόκειται αναμφίβολα για εντυπωσιακή στρατιωτική και διπλωματική επιτυχία, αν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι η χώρα αυτή ξεκίνησε την πορεία της στο Κυπριακό από τα δεδομένα της Συνθήκης της Λωζάννης με την καθολική παραίτησή της από κάθε δικαίωμα επί της Κύπρου, αλλά και την κατ’ επανάληψη διακηρυγμένη θέση ότι «δεν υφίσταται Κυπριακό ζήτημα», για να καταλήξει στην διατήρηση υπό στρατιωτική κατοχή του 37% της Κύπρου επί τριάντα τέσσερα χρόνια και στην διεκδίκηση του θεσμοθετημένου πολιτικού ελέγχου επί του συνόλου της.

Οι εξελισσόμενες πολιτικές και οι οργανωτικές προϋποθέσεις της διχοτόμησης
Πώς όμως επετεύχθη το αποτέλεσμα αυτό; Ακολούθησε η τουρκική εξωτερική πολιτική μία ευθύγραμμη πορεία, έτσι όπως λεπτομερώς και επακριβώς την περιέγραψε ο καθηγητής Erim, ή υπήρξαν ταλαντεύσεις και ασυνέχειες; Κι αν υπήρξαν, τι διάσταση είχαν και ποιοι οι πρωταγωνιστές των πολιτικών αυτών ταλαντεύσεων;

Όπως είναι γνωστό στους μελετητές του Κυπριακού, η αφετηριακή θέση της Τουρκίας, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, δεν ήταν η ίδια με αυτή που διαμορφώθηκε περί τα μέσα της. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 η βρετανική αποικιακή διοίκηση ανακάλυψε ένα πολύτιμο στοιχείο που θα μπορούσε να της χρησιμεύσει ως σύμμαχος εναντίον του διαγραφόμενου «κινδύνου», δηλαδή του αιτήματος για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το στοιχείο αυτό δεν ήταν άλλο από το γηγενή μουσουλμανικό πληθυσμό της Κύπρου. Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρετανοί αρχίζουν να συνεργάζονται με τους «νέους Τουρκοκύπριους διανοούμενους», οι οποίοι προσπαθούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1920 να μετατρέψουν την παραδοσιακή μουσουλμανική κοινότητα της νήσου σε τουρκική κοινωνία με έντονα εθνοτικά χαρακτηριστικά και κεμαλική πολιτική και κοινωνική κουλτούρα. Η μεγάλη πλειοψηφία των τελευταίων πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος να υπάρξει ανάσχεση του αιτήματος για «Ένωση» ήταν να εμπλακεί άμεσα στην υπόθεση η Τουρκία. Μάλιστα, μία σημαντική μερίδα των «διανοουμένων» αυτών συνδέθηκε άμεσα με το ρεύμα των ακροδεξιών και φιλοναζιστών «Παντουρανιστών», οι οποίοι αναζητούσαν μία νέα νομιμοποίηση μετά τις καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον τους στις περίφημες δίκες του 1944 στην Τουρκία.

Υπό την πίεση της αρθρογραφίας που άρχισε να εκδηλώνεται γύρω από το Κυπριακό ζήτημα, ιδιαίτερα στις εφημερίδες Hürriyet, Tasvir και Vatan, η τουρκική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τοποθετηθεί δημόσια, προκειμένου να μην επηρεάζονται τα αισθήματα της κοινής γνώμης – και κατά συνέπεια να διαταράσσεται η επίσημη κρατική πολιτική – έναντι της Βρετανίας και της Ελλάδας. Έτσι, στις 23 Ιανουαρίου 1950, ο τότε Τούρκος ΥΠΕΞ, Necmettin Sadak, δήλωνε τα εξής σε συνέντευξή του: «Δεν τίθεται ζήτημα που να ονομάζεται Κυπριακό…Η βρετανική κυβέρνηση δεν πρόκειται να εγκαταλείψει [sic] την νήσο Κύπρο σε κάποιο άλλο κράτος. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ματαίως αναστατώνονται οι νέοι μας και αναιτίως κουράζονται». Ακολούθησε και δεύτερη ανάλογου περιεχομένου δήλωση του Sadak το Μάρτιο του 1950, ενώ ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ο εκλεγείς με το Δημοκρατικό Κόμμα του Adnan Menderes, καθηγητής Ali Fuad Köprülü, επαναλάμβανε στις 20 Ιουνίου 1950 ότι δεν υφίσταται ζήτημα Κυπριακού.

Τηρώντας την ίδια φιλοβρετανική γραμμή, αλλά εγγύτερα στις προεκτεθείσες θέσεις του καθηγητή Erim ήταν η τοποθέτηση του εκπροσώπου της Τουρκίας στον Ο.Η.Ε., κατά τη συζήτηση της ελληνικής προσφυγής το 1954: Ο Selim Sarper παραδεχόταν μεν ότι μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης η Κύπρος αποτελούσε «εσωτερική υπόθεση» της Βρετανίας, επεσήμαινε ωστόσο παράλληλα ότι το νησί αποτελούσε «προέκταση της Μικράς Ασίας» εξ απόψεως «γεωγραφικής, ιστορικής, οικονομικής και εθνοτικής», ότι ουδέποτε αποτέλεσε ιστορικά τμήμα της ελληνικής επικράτειας, καθώς και ότι η αριθμητική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων δεν συνιστά επαρκή αιτία για τη μεταβολή του καθεστώτος της νήσου.

Τα ίδια επιχειρήματα περί εγγύτητας της Κύπρου στη Μικρά Ασία πρόβαλε και ο Τούρκος ΥΠΕΞ Fatin Rüştü Zorlu στην περίφημη τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο του 1955 που τόσο έντεχνα είχαν ενορχηστρώσει οι Βρετανοί. Μάλιστα, ο Zorlu ανέλυσε τους «στρατηγικούς λόγους ασφαλείας» για την Τουρκία τους οποίους επικαλέστηκε, αναφέροντας ότι σε περίπτωση πολέμου η Κύπρος ελέγχει τις νότιες θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού της Ανατολίας και – κατά συνέπεια – η Άγκυρα δεν μπορεί να αποδεχθεί να ελέγχει και την Κύπρο η ίδια δύναμη που ελέγχει τις νήσους «που περικυκλώνουν Τουρκία από δυτικά». Ο Τούρκος ΥΠΕΞ κατέληξε στο σκεπτικό της επιχειρηματολογίας του λέγοντας ότι, για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, η νήσος έπρεπε να παραμείνει υπό την κυριαρχία της Βρετανίας, ειδάλλως να «επιστραφεί στον παλαιό της ιδιοκτήτη».

Η ομοιότητα των επιχειρημάτων των Sarper και Zorlu με αυτά του Erim ενάμιση χρόνο αργότερα απηχεί την εξέλιξη της διαμόρφωσης της τουρκικής επιχειρηματολογίας, ταυτόχρονα όμως και της σταδιακής μεγιστοποίησης των διεκδικήσεων επί της Κύπρου, σε μία πορεία συνεχούς κλιμάκωσης. Οι «αμυντικοί», «στρατηγικοί» λόγοι τονίζονται συνεχώς και αδιαλείπτως, προκειμένου να καταδειχθεί η «βασιμότητα» των τουρκικών θέσεων.

Η επίσημη υιοθέτηση της γραμμής υπέρ της διχοτόμησης έγινε από τον ίδιο τον Menderes, σε ομιλία που εκφώνησε στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, στις 28 Δεκεμβρίου 1956, μετά και την τότε πρόσφατη σχετική τοποθέτηση του επισκεφθέντος την Τουρκία υπουργού Αποικιών της Βρετανίας Lennox-Boyd (19 Δεκεμβρίου 1956). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε αυτή του την πολιτική επιλογή ο Menderes βρήκε υποστήριξη από τον ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης και επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, İsmet İnönü. Έτσι, όπως σωστά παρατηρεί η Fırat, στην τουρκική κοινή γνώμη υποβλήθηκε η ιδέα της διχοτόμησης αντί της – ούτως ή άλλως – μαξιμαλιστικής και υπερβολικά αισιόδοξης «διεκδίκησης» να «επιστραφεί» η Κύπρος στην Τουρκία. Το σύνθημα πλέον ήταν το «διχοτόμηση ή θάνατος» αντί του «Κύπρος ή θάνατος». Μάλιστα, στο κυβερνητικό πρόγραμμα του Δημοκρατικού Κόμματος της 5ης κυβέρνησης Menderes (1957-1960) γινόταν αναφορά και στο Κυπριακό, το οποίο χαρακτηριζόταν «ζήτημα ζωτικής σημασίας στην εξωτερική μας πολιτική», και σημειώνονταν τα εξής: «Με τη συγκατάθεσή μας στη διχοτόμηση της Κύπρου φθάνουμε στο όριο των θυσιών που μπορούμε να προβούμε. Επιβεβαιώνουμε για μία ακόμη φορά ότι θα διατηρήσουμε την αποφασιστική μας αυτή στάση, προκειμένου να προστατεύσουμε την ασφάλεια της Τουρκίας, καθώς και το μέλλον και την εξέλιξη της τουρκικής κοινότητας».

Ωστόσο, τα γεγονότα και οι παρασκηνιακές πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες οδήγησαν στη συμφωνημένη λύση της ανεξαρτησίας, η οποία επικυρώθηκε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του Φεβρουαρίου 1959. Παρά το γεγονός ότι η τουρκική Εθνοσυνέλευση είχε επικυρώσει την πολιτική της διχοτόμησης με ψηφοφορία που διεξήχθη στις 16 Ιουνίου 1958, υπό το φως της νέας πραγματικότητας που διαμορφώθηκε μετά την συνυπογραφή από την Τουρκία των παραπάνω συμφωνιών, το Σώμα αναγκάστηκε να τις υπερψηφίσει στις 4 Μαρτίου 1959. Και σε αυτήν την περίπτωση ο παλαίμαχος İnönü υποστήριξε την κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι η Τουρκία είχε, υπό τις δεδομένες περιστάσεις και τη διεθνή συγκυρία, αποσπάσει το καλύτερο δυνατό για τα εθνικά της συμφέροντα: «Κατανοούμε και αναγνωρίζουμε ότι στο σύστημα συμμαχιών εντός του οποίου βρισκόμαστε υπήρχαν ισχυροί λόγοι συλλογικής ασφάλειας που μας ώθησαν στη σύναψη της συνθήκης. Παράλληλα, δεν δυσκολευόμαστε να υποθέσουμε ότι η σημαντική επήρεια των παραινέσεων από τους ισχυρούς φίλους δημιούργησαν μία έντονη αίσθηση».

Στην Κύπρο, όμως, είχε ήδη δημιουργηθεί και ένας άλλος πόλος δράσης από έναν άλλο πόλο εξουσίας στην ίδια την Τουρκία: Πρόκειται για την «Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης» (Türk Mukavemet Teşkilâtı), η οποία ιδρύεται στα μέσα Νοεμβρίου 1957, και ελέγχεται άμεσα από το προαναφερθέν «Γραφείο Ειδικού Πολέμου» του τουρκικού Γενικού Επιτελείου. Πριν τη δημιουργία της εν λόγω οργάνωσης υπήρχαν η ελεγχόμενη από τον Fazıl Küçük, Volkan (Ηφαίστειο), καθώς και οι Kara Çete (Μαύρη Συμμορία), 9 Eylül Cephesi (Μέτωπο της 9ης Σεπτεμβρίου, ονομασία που έλαβε από την ημερομηνία εισόδου των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1922), και Kıbrıs Türk Mukavemet Birliği (Τουρκοκυπριακή Ένωση Αντίστασης). Όλες αυτές οι ομάδες ενσωματώθηκαν στην ΤΜΤ και έτσι υπό την κεντρική καθοδήγηση του τουρκικού Γενικού Επιτελείου ξεκίνησε μία πορεία ένοπλης επιβολής του πολιτικού στόχου της διχοτόμησης. Η νέα οργάνωση βάδιζε στα χνάρια της προηγούμενης «Volkan», όταν προκειμένου να επιβάλει το διχοτομικό της στόχο δεν δίσταζε να απειλήσει ή ακόμη και να ασκήσει τρομοκρατία εναντίον των διαφωνούντων Τουρκοκυπρίων. Έτσι, η «Volkan» απειλούσε σε προκήρυξή της τής 20ής Δεκεμβρίου 1955 τους Τουρκοκύπριους να μην περιφέρονται σε ελληνοκυπριακές γειτονιές, να μην πηγαίνουν στους κινηματογράφους ή σε οποιαδήποτε εορταστική τους εκδήλωση, ειδάλλως «όσοι παρακούσουν αυτή τη διαταγή θα θεωρούνται προδότες της πατρίδας και δεν θα μας τύπτει καθόλου η συνείδησή μας για την καταστροφή που θα υποστούν τούτοι με τα αντίποινα που θα εφαρμόσουμε». Κατά παρόμοιο τρόπο, στην πρώτη της προκήρυξη τής 29ης Νοεμβρίου 1957, η ΤΜΤ «προειδοποιούσε» ότι θα πρέπει να υπακούουν όλοι στις «διαταγές» της, προσθέτοντας τα εξής: «Στον αγώνα αυτό δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι θα υπάρξουν προδότες ανάμεσά μας, εάν όμως υπάρξουν, τότε η συντριβή τους θα αποτελέσει ένα αναπόφευκτο καθήκον». Επιπροσθέτως, σε προκήρυξή της 20ής Δεκεμβρίου του ιδίου έτους η ΤΜΤ εξέθετε με σαφήνεια το στόχο της: «Ο υπέρτατος εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων είναι η Τουρκία και το σύνθημά του είναι η Διχοτόμηση και μόνο η Διχοτόμηση». Στις 11 Μαΐου 1958, η οργάνωση προειδοποιούσε με αντίποινα όσους Τουρκοκύπριους «συνάπτουν σχέσεις με Ελληνοκύπριους ή εισέρχονται σε μπαρ, εστιατόρια και νυκτερινά κέντρα που τους ανήκουν».

Ωστόσο, η προώθηση του στόχου της διχοτόμησης μέσω της επιβολής της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής απομόνωσης των δύο κοινοτήτων, δεν εφαρμοζόταν μόνο από την ΤΜΤ, αλλά και από την «Ομοσπονδία Τουρκοκυπριακών Οργανώσεων» (Kıbrıs Türk Kurumları Federasyonu). Την προεδρία της τελευταίας αναλαμβάνει με την υποστήριξη του Küçük ένα ηγετικό στέλεχος της ΤΜΤ, πιθανώς και συνιδρυτής της, ο γνωστός Rauf Denktaş. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή λαμβάνει χώρα στις 27 Οκτωβρίου 1957, μόλις ένα μήνα πριν την ίδρυση της ΤΜΤ. Όπως παρατηρεί ο Kızılyürek, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Denktaş, «οι δραστηριότητές της στηρίζονταν σε μία ευρεία καμπάνια που στόχο είχε τη διχοτόμηση. Ο Denktaş ξεκίνησε την καμπάνια ‘από Τούρκο σε Τούρκο’ η οποία αποσκοπούσε στον τερματισμό των οικονομικών σχέσεων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. […] [Παράλληλα], η καμπάνια ‘συμπατριώτη μίλα τουρκικά’ οδήγησε στη σιωπή ορισμένους Τουρκοκύπριους που δεν γνώριζαν την τουρκική, διότι επιβαλλόταν χρηματικό πρόστιμο σε όσους μιλούσαν ελληνικά». Είναι εντυπωσιακό, μάλιστα, το γεγονός ότι ο Küçük είχε με μεγάλη ακρίβεια περιγράψει τις γεωγραφικές συντεταγμένες της διχοτόμησης ήδη από τις 17 Ιουλίου 1957: Η διχοτόμηση έπρεπε να ακολουθήσει «τον 35ο παράλληλο, ο οποίος διερχόταν από το μέσο του νησιού». Την ίδια, άλλωστε, θέση θα επαναλάμβανε επτά χρόνια αργότερα, όταν σε συνέντευξη που παραχώρησε στη γαλλική Le Monde, περιέγραφε τον 35ο παράλληλο ως την «ιδεατή γραμμή» διχοτόμησης της Κύπρου. Όπως δε αποκαλύπτει ο An, είχε εκπονηθεί και συγκεκριμένο διχοτομικό σχέδιο για τη μετακίνηση τουρκοκυπριακού πληθυσμού βορείως του 35ου παραλλήλου: «Προς τον σκοπό αυτό και προκειμένου να προσδιοριστούν οι τοποθεσίες όπου θα μετοικούσαν οι Τούρκοι, έγιναν μελέτες από την τουρκοκυπριακή ηγεσία και το εκπονηθέν σχέδιο μετανάστευσης απεστάλη στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών».

Αυτό θα είναι και το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η τουρκική εξωτερική πολιτική στο Κυπριακό και στην επόμενη δεκαετία: Η πολιτική εξουσία θα προωθούσε τα «ζωτικά της συμφέροντα» στην Κύπρο με πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η δυτική συμμαχία και οι ισχυροί της εταίροι προσδιορίζουν και τα όρια των βημάτων που μπορεί να κάνει κάθε φορά. Παράλληλα, όμως, τα βήματα αυτά θα συμπληρώνονταν και θα στοιχίζονταν στην «σωστή» πορεία της διχοτόμησης και της επανάκτησης του ελέγχου επί του συνόλου της Κύπρου από την ετέρα, σύστοιχη εξουσία της Τουρκίας: Το Γενικό Επιτελείο και ειδικότερα το Γραφείο Ειδικού Πολέμου.

Ενιαίο κράτος: Η προδιαγεγραμμένη διάλυση
Με την ίδρυση, λοιπόν, της Κυπριακής Δημοκρατίας, η πολιτική εξουσία και ισχύς στην τουρκική πλευρά βρισκόταν ουσιαστικά μοιρασμένη μεταξύ δύο εταίρων: Της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας στην Τουρκία αφενός και του τουρκικού Γενικού Επιτελείου αφετέρου, το οποίο μέσω του αρμόδιου ‘Γραφείου Ειδικού Πολέμου’ και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας έλεγχε την κατάσταση και τις εξελίξεις στην Κύπρο. Είναι γεγονός ότι η λύση της ανεξαρτησίας δεν άφησε ικανοποιημένη καμμία πλευρά στην Κύπρο. Για αρκετό καιρό στη συλλογική συνείδηση των Ελληνοκυπρίων το όνειρο της Ένωσης με την Ελλάδα παρέμενε ενεργό και ζωντανό, ενώ ο επιδιωκόμενος στόχος της τουρκικής πλευράς, αυτός της διχοτόμησης, εξακολουθούσε να προωθείται από την πολιτικοστρατιωτική τους ελίτ. Ενδεικτικά των προθέσεων της τελευταίας, έτσι όπως αποκρυσταλλώνονται στη γραπτή στοχοθεσία της ηγετικής ομάδας των Τουρκοκυπρίων, είναι τα δύο έγγραφα που βρέθηκαν τον Ιανουάριο του 1964 στο χρηματοκιβώτιο του τότε υπουργού Γεωργίας Fazıl Plumer, μετά τη εγκατάλειψη των υπουργείων από τους Τουρκοκύπριους ως συνέπεια των συγκρούσεων του Δεκεμβρίου 1963.
Το πρώτο έγγραφο, το οποίο χρονολογείται τον Οκτώβριο/ Νοέμβριο του 1960 είναι ανυπόγραφο και στο πρώτο μόλις σημείο του αναφέρει τα εξής: «Δεχθήκαμε τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου ως ‘μεταβατική φάση’ και γι’ αυτό τις υπογράψαμε. Εάν είχε ειπωθεί ότι δεν επρόκειτο για ‘μεταβατική φάση’, αλλά για την ‘τελική λύση’, τότε δεν θα τις είχαμε αποδεχθεί, θα συνεχίζαμε τη διακοινοτική διαμάχη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και θα αφήναμε τα Η.Ε. αντιμέτωπα με τη Διχοτόμηση, την οποία εκτιμούσαν ως ‘αδύνατη και ανεφάρμοστη’». Στη συνέχεια αναφέρεται στο έγγραφο ότι κατά τη διάρκεια της «μεταβατικής φάσης» θα επιδιωκόταν η «διεθνής αναγνώριση των δικαιωμάτων της Τουρκίας», καθώς και η «πλήρης ανεξαρτησία» των Τουρκοκυπρίων, ως αποτέλεσμα «των λαθών και των γκαφών της ελληνικής πλευράς». Οι δύο αυτοί στόχοι περιγράφονται ως «ο τελικός στόχος».

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το απόσπασμα του συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο κάνει αναφορά σε «συμφωνίες» που είχαν γίνει τόσο με την ανατραπείσα κυβέρνηση Menderes, όσο και με τους ανατροπείς της, τη διάδοχο δηλαδή πολιτική κατάσταση της χούντας της 27ης Μαρτίου 1960, και μάλιστα προσωπικά με τον επικεφαλής της στρατηγό Cemal Gürsel: «Γι’ αυτό το λόγο, πριν την υπογραφή των Συμφωνιών, ‘‘είχε υπάρξει συμφωνία με την τουρκική κυβέρνηση της εποχής ως προς το ότι οι εν λόγω Συμφωνίες ήταν μία μεταβατική φάση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα μας χορηγούταν οικονομική και άλλη βοήθεια στον υπέρτατο βαθμό. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε το στόχο της ‘ξεχωριστής μας κοινότητας’ ως εθνικό στόχο, προκειμένου να πραγματοποιήσουμε τον τελικό μας σκοπό’’. Σημειώνουμε ακόμη με ικανοποίηση ότι κατά τις πρώτες μας επαφές με τον αξιότιμο αρχηγό του κράτους της Επαναστατικής μας Κυβέρνησης, Gürsel πασά, ‘‘συνήφθη συμφωνία επί των ιδίων αρχών και κατέστη σαφές με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι οι Συμφωνίες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία φάση για μας και για την Τουρκία’’».

Από το παρατεθέν απόσπασμα συνάγεται ευκρινώς ότι οι υπογράφοντες το συγκεκριμένο έγγραφο, προφανώς ηγετικά στελέχη των Τουρκοκυπρίων και πιθανότατα οι Küçük και Denktaş που υπογράφουν και το δεύτερο έγγραφο, ακολουθούσαν μία συμφωνημένη για το Κυπριακό πολιτική, ανεξαρτήτως του ποια κυβέρνηση και ποια πολιτική κατάσταση επικρατούσε στην Τουρκία. Έτσι, οι «πολιτικές αρχές» που είχαν συμφωνηθεί με την κυβέρνηση Menderes συνέχισαν να ισχύουν και μετά την ανάληψη της εξουσίας από την «επαναστατική» κυβέρνηση Gürsel. Παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος διακήρυσσε πως «πλησιάζουμε στη φάση της τελικής ολοκλήρωσης των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου που θα επιτρέψουν την προστασία των συμφερόντων και των δικαιωμάτων της κοινότητάς μας στην Κύπρο, καθώς και την εγγύηση του μέλλοντος των Κυπρίων ομογενών μας», στην πραγματικότητα όπως προκύπτει προετοιμαζόταν με προσοχή και αποφασιστικότητα η «φάση της τελικής ολοκλήρωσης» ενός άλλου στόχου, αυτού της διχοτόμησης.

Είναι φανερό, ωστόσο, ότι για να μπορέσει να καταστεί εφικτή και πραγματοποιήσιμη μία τέτοιου είδους συνέχεια στην εφαρμοζόμενη πολιτική πρέπει να υπήρχε θεσμικός φορέας, ο οποίος να έχει εξασφαλισμένη τόσο τη συνέχεια, όσο και την επιρροή του στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Την απάντηση για την ταυτότητά του δίνει ένας από τους πρωταγωνιστές της περιόδου, ο συνταγματάρχης του ‘Γραφείου Ειδικού Πολέμου’ İsmail Tansu, ο οποίος αναφέρει με απλότητα και σαφήνεια τα εξής: «Η ίδρυση της κοινής Τουρκοελληνικής Δημοκρατίας στην Κύπρο δεν ανέκοψε την ταχύτητά μας. Όποια κατεύθυνση και αν έπαιρνε η πολιτική επί του Κυπριακού που ακολουθούσε η κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο δικός μας αμετακίνητος στόχος ήταν να διασώσουμε το νησί της Κύπρου, το οποίο μεταβάλαμε σε Τουρκική Πατρίδα, ανεμίζοντας επ’ αυτού τη σημαία μας για 340 χρόνια. Σε περίπτωση που οι συνθήκες δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο, τουλάχιστον να θεμελιώσουμε την τουρκική κυριαρχία στο μισό της Νήσου και να εξασφαλίσουμε τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου Τουρκικού Κράτους επί των εδαφών που κατείχαν οι Κύπριοι ομογενείς μας».

Το σκεπτικό της τουρκικής δράσης αποκρυσταλλώνεται και ολοκληρώνεται στο δεύτερο έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου 1963 και υπογράφεται από τους Fazıl Küçük, αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και Rauf Denktaş, πρόεδρο της τ/κ κοινοτικής συνέλευσης. Στόχος του εν λόγω εγγράφου είναι να προετοιμαστεί η τ/κ κοινότητα έναντι των διαγραφόμενων εξελίξεων, με βάση τις υπόνοιες ή τις πληροφορίες των συντακτών της ότι ο Πρόεδρος Μακάριος ετοιμαζόταν να τροποποιήσει το Σύνταγμα και να «υποβιβάσει τους Τουρκοκύπριους σε μειονότητα», ‘παραβιάζοντας’ έτσι τις Συμφωνίες Ζυρίχης/ Λονδίνου. Με την υπόνοια, λοιπόν ενός τέτοιου ενδεχομένου, οι συντάκτες του εγγράφου προτείνουν τη δημιουργία «μιας νέας Κυπριακής Δημοκρατίας, πέραν των Συμφωνιών της Ζυρίχης, σύμφωνα με το αξίωμα ‘όταν παύουν να υφίστανται τα εμπόδια, τότε στρεφόμαστε στο απαγορευμένο’». Όπως επισημαίνεται, μία τέτοια πολιτική στοχοθεσία εξαρτάται από πολλούς «εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες», σίγουρα όμως το εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο της είναι «η συναίνεση, καθώς και η υλική και ηθική αρωγή της μητέρας πατρίδας», με την οποία οι Τουρκοκύπριοι πρέπει να καταλήξουν σε μία «γραμμή δράσης, βασισμένη σε ένα λεπτομερές σχέδιο». Ενδεικτική των προθέσεων είναι η προφητική αναφορά στο «δικαίωμα επέμβασης της μητέρας πατρίδας, το οποίο πηγάζει από τη Συμφωνία Εγγύησης, σε περίπτωση επίσημης κατάλυσης του Συντάγματος», επέμβαση ωστόσο που «ως μόνο αποτέλεσμα πρέπει να έχει την επιστροφή στο νομικό καθεστώς των Συμφωνιών της Ζυρίχης».

Στη συνέχεια του εγγράφου σκιαγραφούνται στις βασικές τους γραμμές τα βήματα που θα πρέπει να κάνει η τουρκοκυπριακή κοινότητα είτε στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι επιχειρήσουν να καταλύσουν επισήμως το Σύνταγμα, είτε στην περίπτωση που «συνεχίσουν να διατηρούν την υφιστάμενη κατάσταση, δηλαδή την de facto τροποποίησή του». Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο περιπτώσεων είναι η επιδίωξη να δημιουργηθεί «μία ξεχωριστή Τουρκική Δημοκρατία», να διχοτομηθεί δηλαδή το νησί σε δύο περιοχές, στην μία εκ των οποίων οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν το πλήρη θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό – με τη βοήθεια της μητέρας πατρίδας – έλεγχο. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι κινηθούν μόνοι τους προς την κατεύθυνση της τροποποίησης του Συντάγματος, διευκολύνεται η επέμβαση της Τουρκίας, η αποκοπή των τουρκοκυπριακών θεσμικών οργάνων και η μεταφορά τους στην περιοχή που σχεδιάζεται να αποσχισθεί, ενώ στη περίπτωση μιας ελληνοκυπριακής αδράνειας, προκρίνεται η τακτική της «πολιτικής ανυπακοής» των Τουρκοκυπρίων, ούτως ώστε μετά την «οικονομική, στρατιωτική και ηθική προετοιμασία» της κοινότητάς τους να εκμεταλλευθούν μία συνταγματική κρίση που θα προκαλέσουν οι Ελληνοκύπριοι. Το πόσο καλά «διαβασμένοι», μάλιστα, είναι οι συντάκτες του εγγράφου, καθίσταται φανερό από την αμέσως επόμενη πρόταση: «Μέχρι τώρα οι Ελληνοκύπριοι μας έχουν δώσει πολλές ευκαιρίες στο εν λόγω θέμα και είναι φανερό πως θα μας δώσουν κι άλλες εξαιτίας της συμπεριφοράς τους».

Τα δύο εναλλακτικά σχέδια που ενδεικτικά περιγράφονται στο τουρκοκυπριακό έγγραφο δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικονομική προετοιμασία, ωρίμανση και αυτοδυναμία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και η πτυχή της πληθυσμιακής και γεωγραφικής ανακατανομής της, προκειμένου να καταστεί βιώσιμη η σχεδιαζόμενη να αποσχισθεί περιοχή της νήσου: «Όταν ξεκινήσει ο αγώνας, η τουρκική κοινότητα που είναι διασπαρμένη σε ολόκληρο το νησί, θα συγκεντρωθεί με το ζόρι σε μία περιοχή, την οποία θα αναγκαστεί να υπερασπισθεί. Η επιλογή της περιοχής θα γίνει βάσει στρατηγικού σχεδίου, το οποίο θα εκπονηθεί από ειδικούς. Πριν την έναρξη του αγώνα είναι αναγκαίο να εκπονηθούν λεπτομερή σχέδια προκειμένου να αυξηθεί η δυνατότητα επιστράτευσης της τουρκικής κοινότητας, αλλά και σχετικά με τον εξοπλισμό, τα αποθέματα, καθώς και την αποστολή προμηθειών και ενισχύσεων από την ηπειρωτική χώρα».

Και τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα φέρουν έντονα τη σφραγίδα της λογικής Denktaş, παρά το γεγονός ότι μόνο το δεύτερο φέρει την υπογραφή τόσο του ιδίου, όσο και του παραδοσιακού ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Fazıl Küçük. Πράγματι, το δίδυμο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική πορεία των Τουρκοκυπρίων, καθώς και την πολιτική κατεύθυνση των εσωτερικών τους υποθέσεων. Είναι, ίσως, περιττό να αναφερθεί ότι και οι δύο τύγχαναν της άμεσης υποστήριξης της Άγκυρας. Επιπλέον αποδείξεις τόσο για του λόγου το αληθές, όσο και για τις συγκυριακές διακυμάνσεις των συγκεκριμένων επιλογών της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της Τουρκίας, δίδει ένα περιστατικό από μία πρόσφατη μαρτυρία, αυτή του ήδη αναφερθέντος Kemal Yamak, ο οποίος υπηρέτησε ως συνταγματάρχης του «Γραφείου Ειδικού Πολέμου» στην νήσο και αργότερα με το βαθμό του στρατηγού, ως διοικητής των κατοχικών δυνάμεων της Κύπρου.

Το περιστατικό που αφηγείται ο Yamak σχετίζεται με το ερώτημα ποιος θα γίνει Αντιπρόεδρος της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας, ζήτημα το οποίο απασχόλησε την Άγκυρα αμέσως μετά τη σύναψη των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου: «Στις ειδικές επί του θέματος συζητήσεις που λάμβαναν χώρα στην Άγκυρα δύο ονόματα προκρίνονταν. Έπρεπε να γίνει μία επιλογή μεταξύ του μακαρίτη ιατρού Fazıl Küçük και του αξιότιμου Rauf Denktaş. Τότε έγινε μία πρόταση από τον αξιότιμο συνταγματάρχη Sunalp προκειμένου να τεθεί τέρμα στους δισταγμούς. Ο αξιότιμος διοικητής πρότεινε το εξής, παραθέτοντας και την αιτιολόγηση: ‘‘Στην Κύπρο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν για το μέλλον και τις υφιστάμενες ανησυχίες μας, έχουμε ανάγκη δύο προσώπων. Το ένα εξ αυτών θα αναλάβει καθήκοντα ως επίσημος εκπρόσωπος, ένας άνθρωπος του σήμερα που αναγκαστικά εμφανίζει μία ειρηνική εικόνα και κατάσταση, ενώ το δεύτερο θα είναι ένας ηγέτης που θα μένει στο παρασκήνιο, στη σκιά, θα είναι περισσότερο δραστήριος, θα μπορεί να μιλά εξ ονόματος της κοινότητας, στην ανάγκη θα είναι μαχητικός και θα προετοιμάζεται για το μέλλον. Λαμβανομένης υπ’ όψιν και της ηλικιακής τους κατάστασης, στην επιλογή αυτή και υπό τις σημερινές περιστάσεις πρέπει να αναδειχθεί ο αξιότιμος Fazıl Küçük, ενώ για το ακαθόριστο του μέλλοντος πρέπει να επιλεγεί ως μελλοντικός ηγέτης ο αξιότιμος Rauf Denktaş’’. Η άποψή του έγινε αποδεκτή. Έτσι και έγινε. Στο εξής επρόκειτο για χρόνια ολόκληρα να ακολουθήσουμε την εύστοχη διπλή αυτή επιλογή και ανάθεση καθηκόντων».

Το συγκεκριμένο απόσπασμα μας αποκαλύπτει δύο πράγματα: Πρώτον, τη «διπλή» στρατηγική που επέλεξε να θέσει σε εφαρμογή η στρατιωτική και διπλωματική ηγεσία της Τουρκίας στο Κυπριακό από το 1960 και μετά και δεύτερον, το ρόλο που διαδραμάτιζε και τη βαρύτητα που είχε η άποψη των στρατιωτικών στον καθορισμό της ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων. Έτσι, η εν λόγω στρατηγική της «διπλής ηγεσίας» επέτρεψε στην τουρκική εξωτερική πολιτική επιφανειακά μεν να δίνει την εικόνα ενός ετέρου του ΝΑΤΟ νομοταγούς, προσηλωμένου στις υπογραφείσες Συμφωνίες και τιμούντος την υπογραφή του, ενώ παράλληλα της έδιδε το απαραίτητο χρονικό και επιχειρησιακό περιθώριο να οργανώσει – αλλά και να ελέγξει – αποτελεσματικά την τουρκοκυπριακή κοινότητα, ούτως ώστε να επιδιώξει με μεγαλύτερη ένταση και αποτελεσματικότητα το στόχο της διχοτόμησης.

Από την άλλη μεριά, η συγκεκριμένη στρατιωτική πτέρυγα αναδύεται ενισχυμένη από τις εξελίξεις και καθορίζει με τις προτάσεις της την εφαρμοστέα τακτική και στρατηγική στο Κυπριακό. Όπως μας πληροφορεί ο Yamak, ο συνταγματάρχης Turgut Sunalp ήταν επικεφαλής Διεύθυνσης στο Γραφείο Σχεδιασμού και Επιχειρήσεων του Αρχηγείου Επιχειρήσεων του τουρκικού Γενικού Επιτελείου. Η πρότασή του για τη «διπλή ηγεσία» έγινε μετά την επιστροφή από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί τον Οκτώβριο του 1959 ως επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας, προκειμένου να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις σχετικά με την εγκατάσταση της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ στην Κύπρο ως αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου. Στην αντιπροσωπεία αυτή συμμετέχει ο ίδιος ο Yamak ως επιτελής αξιωματικός, ο διπλωμάτης Adnan Bulak ως εκπρόσωπος του τουρκικού ΥΠΕΞ και ο Rauf Denktaş ως εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων.

Παρά τις προσωρινές αναταράξεις που προκλήθηκαν από την ανατροπή της ιεραρχίας στο εσωτερικό του τουρκικού στρατεύματος με το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960, λόγω του ηγετικού ρόλου που ανέλαβαν στην προετοιμασία και πραγματοποίησή του οι μεσαίοι αξιωματικοί, σύντομα αποκαταστάθηκαν οι ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Αντίστοιχα επηρεάστηκε και η πολιτική επί του Κυπριακού από τις αντιπαραθέσεις για την απόκτηση και τη διατήρηση της ισχύος και της ηγεμονίας στο εσωτερικό πολιτικό γίγνεσθαι της Τουρκίας. Έτσι, παρά το γεγονός ότι πρέσβης της Τουρκίας στην Λευκωσία τοποθετείται ο τουρκοκυπριακής καταγωγής και μετριοπαθούς ιδιοσυγκρασίας απόστρατος συνταγματάρχης Emin Dırvana, σύντομα αναγκάζεται να έλθει σε αντιπαράθεση με τα ακραία διχοτομικά στοιχεία που ελέγχονται από τον Denktaş και τους οπαδούς του στην τουρκοκυπριακή Κοινοτική Συνέλευση. Αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης αυτής είναι η οικειοθελής αποχώρηση του Τούρκου πρέσβη από τη Λευκωσία στις 26 Σεπτεμβρίου 1962 και η μεταγενέστερη καταγγελία εκ μέρους του τού ρόλου του Denktaş. Το γεγονός, όμως, της απομάκρυνσης του Dırvana είναι ενδεικτικό δύο εντυπωσιακών πραγματικοτήτων: Πρώτον, της ήττας των δυνάμεων στην τουρκική πολιτική σκηνή που υποστήριζαν – ειλικρινώς ή εξ ανάγκης – τη διατήρηση του status quo που έφεραν στο νησί οι Συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου και δεύτερον, την έκταση της πολιτικής ισχύος που είχαν αποκτήσει στην Κύπρο οι δυνάμεις που στήριζαν τον Denktaş. Η στρατιωτική πτέρυγα στην Τουρκία, ή τουλάχιστον το συγκεκριμένο τμήμα της (Γραφείο Ειδικού Πολέμου) που ήλεγχε τις εξελίξεις στην Κύπρο, ενίσχυε και στήριζε παντοιοτρόπως τον τελευταίο, ακόμη και αργότερα κατά την περίοδο της αυτοεξορίας του στην Άγκυρα, όταν εξαπέλυε μύδρους εναντίον της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας για «ανυπαρξία πολιτικής κατεύθυνσης στο Κυπριακό».

Ένα χαρακτηριστικό της σύγκρουσης μεταξύ Dırvana και Denktaş περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης για το ζήτημα της φορολογίας, ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα της περιόδου 1960-1963, το οποίο μαζί με αυτά των χωριστών δήμων, της συγκρότησης στρατού και της αναλογίας 70:30 στη στελέχωση του δημοσίου τομέα , οδήγησαν στην αναθεωρητική του Συντάγματος πρόταση Μακαρίου των 13 σημείων και στη συνακόλουθη κρίση του Δεκεμβρίου 1963. Το εν λόγω περιστατικό παραθέτει ο Hasgüler: «Ο τότε πρέσβης της Τουρκίας, Emin Dırvana, ξεκαθάρισε επανειλημμένως στους Τουρκοκύπριους βουλευτές ότι η Τουρκία υποστηρίζει την υπερψήφιση του φορολογικού νομοσχεδίου. Μάλιστα, ο Πρέσβης έλαβε πλειστάκις και από τον κάθε έναν χωριστά από όλους τους βουλευτές το λόγο τους ότι το νομοσχέδιο θα περάσει. Τότε, υπήρχαν 15 Τουρκοκύπριοι, μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το σημαντικότερο είναι ότι ο Πρέσβης Dırvana αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει στα εν λόγω μέλη της Κυπριακής Βουλής ότι εκπροσωπούσε στην Κύπρο τις απόψεις της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, μια μέρα που είχαν συγκεντρωθεί οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές για να συζητήσουν μεταξύ τους ως κοινοβουλευτική ομάδα το φορολογικό νομοσχέδιο, χτυπάει το τηλέφωνο και τους γνωστοποιείται από ‘‘κάποιον μεγάλο’’ ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν θα πρέπει να υπερψηφιστεί. Στη συνέχεια τους τονίστηκε ότι το νομοσχέδιο αυτό θα προκαλούσε την αγανάκτηση του κόσμου και, γι’ αυτό το λόγο, δεν θα έπρεπε να περάσει. Εκείνος που είχε κάνει την τηλεφωνική συνεννόηση ήταν ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Τουρκοκυπρίων και αντιπρόεδρος της Βουλής, Δρ. Orhan Müderrisoğlu. Παρά την επιμονή των υπόλοιπων Τουρκοκύπριων βουλευτών, δεν αποκάλυψε ποιος ήταν ο ‘‘Μεγάλος’’ με τον οποίο είχε μιλήσει. Το γεγονός ήταν πολύ σοβαρό, διότι προκαλούσε υπόνοιες πως ορισμένα αόρατα χέρια κινούσαν τα νήματα».

Μία ισχυρή ένδειξη για το ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο ‘‘μεγάλος’’, μας δίνει η Σουλιώτη στο προαναφερθέν βιβλίο της: «Οι Τουρκοκύπριοι [βουλευτές] έμεναν αυστηρά προσκολλημένοι στο προκαθορισμένο ‘‘πλαίσιο αναφορών’’ τους, χωρίς καμμία δυνατότητα να παρεκκλίνουν. Μιας και ο πραγματικός ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν όχι ο Küçük, αλλά ο Denktaş, ο οποίος δεν ήταν μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, κάθε απρόβλεπτη εξέλιξη έπρεπε να παραπεμφθεί στον ίδιο. Όταν κάποιο ζήτημα ήταν τόσο επείγον που έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση άμεσα, τότε κάποιος από τους Τουρκοκύπριους υπουργούς, συνήθως ο υπουργός Άμυνας Osman Örek, εγκατέλειπε την αίθουσα, προφανώς για να τηλεφωνήσει στον Denktaş και όταν επέστρεφε έγνεφε ‘ναι’ ή ‘όχι’ στον Küçük και στους άλλους Τουρκοκύπριους υπουργούς».

Η αντιπαράθεση μεταξύ των φορέων της εν γένει τουρκικής πολιτικής και της στρατιωτικής εξουσίας στην Κύπρο συνεχίστηκε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Όπως μαρτυρεί και ο λεγόμενος πρέσβης της Τουρκίας στην Κύπρο Ercüment Yavuzalp, κατά τα έτη 1966-1967 «η Οργάνωση [ΤΜΤ], συμπεριλαμβανομένου και του επικεφαλής διοικητή της, έλαβαν θέση εναντίον της [τουρκικής] πρεσβείας και της ΤΟΥΡΔΥΚ. Η εξέλιξη αυτή δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στην αγωνιζόμενη [τουρκοκυπριακή] κοινότητα…Προκειμένου, ωστόσο, να τεθεί μία τάξη στη διοίκηση της κοινότητας, έπρεπε να συντονιστούν και οι εκπρόσωποι της Τουρκίας στη Νήσο. Όπως προανέφερα, καθώς δεν υπήρχε η αναγκαία σύμπνοια μεταξύ του επικεφαλής διοικητή της ΤΜΤ και του διοικητή της ΤΟΥΡΔΥΚ, η μεν οργάνωση πήρε το μέρος της Κοινοτικής Συνέλευσης, η δε [τουρκική] Πρεσβεία έλαβε θέση εναντίον της ως υποστηρίζουσα τον Δρ. Fazıl Küçük».

Η αντιπαράθεση αυτή μεταξύ των φορέων της τουρκικής εξουσίας στο νησί είχε ως φυσικό επακόλουθο την πόλωση και στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι δύο αντίπαλες τάσεις συσπειρώθηκαν υπό την ηγεσία των δύο ηγετικών προσωπικοτήτων στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο διαχωρισμός σε Ντενκτασικούς και οπαδούς του Δρ. Küçük. Ωστόσο, οι ημέρες του τελευταίου στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν μετρημένες. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει μετά την επάνοδο του Denktaş στο νησί το 1968, όταν ο τελευταίος αναλαμβάνει το ρόλο του διαπραγματευτή στις συνομιλίες με τον Γλαύκο Κληρίδη. Σύντομα οι περιστάσεις τον ευνοούν και «προάγεται» σε επίσημο εκπρόσωπο των Τουρκοκυπρίων. Το πώς επήλθε η μοιραία εξέλιξη, το αφηγείται ο στρατηγός Yamak: «Εν τω μεταξύ, πλησίαζαν οι εκλογές για την ανάδειξη προέδρου της Κύπρου (αντιπροέδρου, σύμφωνα με το Σύνταγμα) [εννοεί τις εκλογές της 8ης Φεβρουαρίου 1973]. Πλέον πιστεύαμε ότι ο Δρ. Küçük πρέπει να αποχωρήσει από αυτό το πόστο και στη θέση του να έλθει ο Αξιότιμος Denktaş. Είχαμε την ίδια γνώμη, τόσο εμείς εξ ονόματος της ΤΜΤ, όσο και το υπουργείο των Εξωτερικών. Ούτως ή άλλως, την περίοδο εκείνη ήταν αδύνατον να κερδίσει τις εκλογές ένας υποψήφιος τον οποίον δεν υποστήριζε η ΤΜΤ. Ο μακαρίτης Δρ. Küçük είχε έλθει στην Άγκυρα. Δεν ξέρω ποιους είδε και τι είπε. Τη δεύτερη μέρα ήλθε στο Γραφείο να με επισκεφθεί. Αντικείμενο της επίσκεψης ήταν η υποψηφιότητά του για την προεδρία. Επιθυμούσε να είναι και πάλι πρόεδρος. Εξέθετε τους λόγους γι’ αυτό, αναφερόταν στα όσα υπέμεινε και έλεγε ‘‘ακόμα μία θητεία’’. Απ’ ό,τι είχα καταλάβει από τις συζητήσεις, το ΥΠΕΞ έριχνε το μπαλάκι σ’ εμάς και έλεγε ‘‘το Γενικό Επιτελείο’’. Εγώ έκανα την εισήγησή μου, το επιτελείο έλαβε την απόφασή του και ετοιμαστήκαμε για τη συνάντηση.

Εγώ συμφωνούσα με όσα έλεγε ο μακαρίτης Δρ. Küçük, γνώριζα τις υπηρεσίες που πρόσφερε και τονίζοντας ότι πιθανώς να είναι σωστοί οι λόγοι που επικαλούταν, του έλεγα: ‘‘Ήλθε ο καιρός αλλαγής φρουράς, το όνομά σας αποτελεί τη σημαία του αγώνα. Αποσυρθείτε κρατώντας την ψηλά και δώστε μία ευκαιρία στον Denktaş. Εσείς γνωρίζετε καλύτερα και από πιο κοντά την αξία του και γνωρίζω ότι τον επιδοκιμάζετε. Οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν χωρίς επεισόδια. Σε τελική ανάλυση, η κοινότητα πρέπει να είναι συσπειρωμένη σαν γροθιά γύρω από τον ηγέτη της. Δείξτε αυτή την ανωτερότητα’’.

Αυτή μας η αντιπαράθεση κράτησε τέσσερις ολόκληρες ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο μακαρίτης κάπνισε δύο πακέτα τσιγάρα και ήπιε περί τα είκοσι φλιτζάνια τσάι και καφέ. Στο τέλος έκανε μία ερώτηση: ‘‘Κι αν παρ’ όλα αυτά συμμετάσχω στις εκλογές, τι θα γίνει;’’. Του απάντησα ‘‘κατά πάσα πιθανότητα δεν θα κερδίσετε. Αυτό δείχνει και το κλίμα’’ και πρόσθεσα: ‘‘Αξιότιμε κ. Küçük, το αν θα αποχωρήσετε ως ένας πρόεδρος της δημοκρατίας που ιδία βουλήσει μεταβιβάζει τα καθήκοντά του στον αρχηγό της κοινότητας ή ως ένας πρόεδρος που συμμετείχε στις εκλογές και δεν εξελέγη, δεν μπόρεσε να εκλεγεί, αυτό εξαρτάται από το τι επιλέγετε και επικροτείτε. Η επιλογή είναι δική σας’’. Αισθανόμενος τους δισταγμούς του, συνέχισα: ‘‘Η κοινότητά σας θα σας ξέρει πάντοτε ως τον σημαιοφόρο του αγώνα και θα τρέφει πάντοτε αισθήματα υποχρέωσης και ευγνωμοσύνης προς εσάς. Τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Κύπρο η αξιοσέβαστη θέση σας θα τηρηθεί με σχολαστικότητα. Σας παρακαλώ, μην αμαυρώνετε αυτή σας την εικόνα’’. Ο μακαρίτης σκέφτηκε λίγο ακόμα και έπειτα σαν ανακουφισμένος, απάντησε: ‘‘Πάει καλά, στρατηγέ μου, κατάλαβα. Μάλλον έχει ήδη ληφθεί η απόφαση γι’ αυτό το ζήτημα. Πιστεύω ότι κι εγώ πρέπει να συμμορφωθώ με αυτήν. Δεν θα συμμετάσχω στις εκλογές. Παράγγειλέ μου, τώρα, τον τελευταίο καφέ, να τον πιω και να φύγω’’».
Επικροτώντας, μάλιστα, ως εκ του αποτελέσματος την «εύστοχη» επιλογή της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας να κρατήσει ως «εφεδρεία» των Rauf Denktaş, ο Yamak καταλήγει χαρακτηριστικά: «Ιδού, λοιπόν, αυτή ήταν η ανταμοιβή μας για την επιλογή του Denktaş ως ηγέτη και προέδρου της κοινότητας, επιλογή η οποία με την εξαιρετικά εύστοχη εισήγηση και απόφαση του συνταγματάρχη (μετέπειτα στρατηγού) Turgut Sunalp κατά την επιστροφή από μία σύσκεψη στην Αθήνα πριν από πολλά χρόνια, κρατήθηκε στο παρασκήνιο και ισχυροποιούταν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο».

Σε πολιτικό επίπεδο, οι καίριες παρεμβάσεις και ο καθοριστικός ρόλος του Denktaş ως του αφανούς ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας που θα είναι «μαχητικός και θα προετοιμάζεται για το μέλλον», είχαν ξεκινήσει – όπως έχει ήδη αναφερθεί – πολύ νωρίτερα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ήταν εκείνος ο οποίος στη σύνοδο του Λονδίνου που έλαβε χώρα στις 15 Ιανουαρίου 1964, προκειμένου να εξεταστεί η κατάσταση στην Κύπρο μετά τα γεγονότα του ’63, έδωσε τις βασικές συνιστώσες των τουρκικών θέσεων που επανέφεραν τη διχοτόμηση ως βασική και επίσημη πολιτική επιδίωξη της τουρκικής πλευράς: «Η λύση του 1960 δεν μπόρεσε να διασφαλίσει την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και [πλέον] υπάρχει ανάγκη να δοθούν εγγυήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, μοναδική λύση είναι η ίδρυση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού κράτους, το οποίο θα είναι γεωγραφικά διαχωρισμένο και στο οποίο θα έχει πραγματοποιηθεί αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών».

Στο εξής, τα στοιχεία των απειλών για επέμβαση στη νήσο, του γεωγραφικού διαχωρισμού και της δημιουργίας ομοσπονδίας, αλλά και της εξεύρεσης μιας λύσης στο Κυπριακό που θα «διασφάλιζε την ασφάλεια της Τουρκίας», επανέρχονται στο προσκήνιο σε διάφορους συνδυασμούς και ανάλογα με τη χρονική και πολιτική συγκυρία, ως τμήμα των προγραμματικών διακηρύξεων των τουρκικών κυβερνήσεων που ακολούθησαν μέχρι το 2006. Έτσι, η δέκατη κυβέρνηση İnönü (25.12.1963 – 20.2.1965) θα κάνει λόγο στο πρόγραμμά της για το «μονομερές δικαίωμα επέμβασης» που, όπως εκτιμούσε, έδιδε στην Τουρκία η Συμφωνία Εγγύησης, η πρώτη κυβέρνηση Erim (26.3.1971 – 11.12.1971) έκανε λόγο για «τη χρησιμοποίηση κάθε δυνατότητας που έχει στη διάθεσή της για την προστασία των ομογενών και της ασφάλειας της Τουρκίας» και η πρώτη κυβέρνηση Ecevit που πραγματοποίησε την εισβολή (26.1.1974 – 17.11.1974) μιλούσε για ένα «ομοσπονδιακό σύστημα» που αποτελεί «την πιο εύστοχη λύση», μεταξύ άλλων και για «την προστασία του ισότιμου και κυρίαρχου καθεστώτος της τουρκοκυπριακής κοινότητας». Με την άποψη αυτή συμφωνούσε και η επόμενη κυβέρνηση Irmak (17.11.1974 – 31.3.1975), η οποία πρόσθετε πως η εν λόγω ομοσπονδία πρέπει να στηρίζεται σε «γεωγραφική βάση». Για «διζωνική ομοσπονδία» έκανε λόγο και η δεύτερη κυβέρνηση Ecevit (21.6.1977 – 21.7.1977), ενώ η χουντική κυβέρνηση Ulusu (20.9.1980 – 13.12.1983) πρόσθετε σε αυτόν τον ορισμό και τον όρο «δικοινοτική». Η κυβέρνηση Demirel (21.11.1991 – 25.6.1993) μιλούσε για τη δημιουργία «ενός ομόσπονδου συνεταιρισμού, στηριζόμενου στην πολιτική ισότητα, όπου θα ζήσουν οι δύο κοινότητες σε δύο διαφορετικά τμήματα» και η τρίτη κυβέρνηση Yılmaz (30.6.1997 – 11.1.1999) επανέφερε με έντονο τρόπο για πρώτη φορά μετά την περίοδο Menderes τη «ζωτική σημασία που έχει η Κύπρος για την ασφάλεια της Τουρκίας, σημασία που έχει ενισχυθεί». Ουσιαστική ποιοτική μεταβολή συντελέστηκε με το πρόγραμμα της τέταρτης και πέμπτης κυβέρνησης Ecevit (11.1.1999 – 28.5.1999 και 28.5.1999 – 3.11.2002), όταν η λύση της συνομοσπονδίας στην Κύπρο υποστηρίχθηκε ευθαρσώς ως «η πλέον ρεαλιστική οδός», όπως άλλωστε είχε «τονίσει και ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου αξιότιμος κ. Rauf Denktaş»…

Οι δύο διαδοχικές κυβερνήσεις του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ που ακολούθησαν, μία σύντομης διάρκειας με πρωθυπουργό τον Abdullah Gül (18.11.2002 – 14.3.2003), κυρίως όμως η δεύτερη με πρωθυπουργό τον Recep Tayyip Erdoğan (14.3.2003 – 22.7.2007), κατάφεραν να ενσωματώσουν στο προταθέν Σχέδιο Ανάν V όλες σχεδόν τις πρόνοιες που εξασφάλιζαν τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Κατά τη διάρκειά τους τερματίστηκε και η μακρόχρονη θητεία του Denktaş στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, όχι όμως και η πολιτική γραμμή επί του Κυπριακού που διέπει τη φιλοσοφία τόσο του ιδίου, όσο και ενός σημαντικού – ίσως και καθοριστικού – τμήματος της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της Τουρκίας. Ένα απτό όσο και παραγνωρισμένο παράδειγμα της προωθούμενης αυτής πολιτικής, έτσι όπως αντανακλάται στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια του υπό κατοχήν τμήματος της Κύπρου, είναι και το «Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας», κατ’ αντιστοιχία του μαθήματος που διδάσκεται στα σχολεία της Τουρκίας.

Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας: Αντανακλάσεις από την Τουρκία στα κατεχόμενα
Το Μάθημα Εθνικής Ασφάλειας εντάχθηκε στο σχολικό πρόγραμμα της τουρκικής εκπαίδευσης για πρώτη φορά το 1926 ως «Μάθημα των Στρατιωτικών». Το 1979 με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου (Νο 8/37 – 28.12.1979) συντάχθηκε ο «Κανονισμός για τη Διδασκαλία των Γνώσεων Εθνικής Ασφάλειας». Στο 1ο του άρθρο καθορίζεται ο στόχος του συγκεκριμένου Κανονισμού, ως εξής: «α) Η ενδυνάμωση, σύμφωνα με τις επιταγές του ολοκληρωτικού πολέμου, της συνείδησης εθνικής ασφάλειας, η οποία ενυπάρχει εκ φύσεως στο σύνολο της τουρκικής νεολαίας, προκειμένου να προστατευθεί και να εξυψωθεί η Τουρκική Δημοκρατία με μία ολοένα αυξανόμενη δύναμη και ισχύ υπό οιεσδήποτε συνθήκες και έναντι οιασδήποτε επίθεσης, […] γ) η γνωριμία με τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, η πρόσδεση των νέων στο στράτευμα με αισθήματα αγάπης και ζωηρής επιθυμίας, η πνευματική τους προετοιμασία επί των θεμελιωδών γνώσεων της βασικής άμυνας που γίνεται με τις Ένοπλες Δυνάμεις και η συνεπαγόμενη απόκτηση ενός επιπέδου που θα καταστήσει την τουρκική νεολαία ικανή ανά πάσα στιγμή να αναλάβει καθήκοντα στο στράτευμα και στην πολιτική άμυνα, η εμφύσηση πνεύματος ενότητας και συμβίωσης και η γαλούχηση μιας πατριωτικής νεολαίας».

Παράλληλα, στην πρώτη παράγραφο του 4ου άρθρου του παρατίθενται οι φορείς του τουρκικού κράτους, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για το σύνολο των λεπτομερειών που αφορούν τη διδασκαλία του μαθήματος: «Το πρόγραμμα του Μαθήματος Εθνικής Ασφάλειας, ο καθορισμός του ποια θέματα θα διδαχθούν σε ποια τάξη, ο καθορισμός των κατ’ εβδομάδα ωρών διδασκαλίας του, κατά τρόπον που να περιλαμβάνει και τις θεματικές του, συντονίζεται από τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Παιδείας και ετοιμάζεται από το Γενικό Επιτελείο. […] Τα σχολικά εγχειρίδια, σύμφωνα με τα προγράμματα τα οποία ετοιμάζονται αφού ληφθούν οι προτάσεις και οι απόψεις των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Παιδείας και τα οποία δημοσιεύει το Γενικό Επιτελείο, συγγράφονται από ειδική επιτροπή στο Γενικό Επιτελείο και γίνονται δεκτά κατόπιν μελέτης από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας».

Από τα παρατεθέντα αποσπάσματα καθίσταται σαφής ο καίριος ρόλος που διαδραματίζει το τουρκικό στράτευμα στον προγραμματισμό και την προετοιμασία του μαθήματος, καθώς και στη συγγραφή των σχολικών εγχειριδίων. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι τα «συναρμόδια υπουργεία» καταθέτουν απλώς «τις προτάσεις και τις απόψεις» τους, αλλά είναι το Γενικό Επιτελείο εκείνο που λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις και ελέγχει το περιεχόμενο του μαθήματος, αφού η δική του συγγραφική ομάδα ετοιμάζει τα εγχειρίδια. Όλα αυτά γίνονται στο πλαίσιο των ευκρινών στόχων που προσδιορίζονται στο 1ο άρθρο του Κανονισμού, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από την εξοικείωση των Τούρκων μαθητών με τη στρατιωτική αντίληψη των πραγμάτων, την κατήχησή τους και την ενδυνάμωση της συνείδησής τους για θέματα ασφάλειας της Τουρκίας. Η τουρκική νεολαία θεωρείται πως έχει «έμφυτη συνείδηση» για τις στρατιωτικές ευαισθησίες περί «εθνικής ασφάλειας» και μάλιστα «στο σύνολό της».

Κεντρικό και διαμεσολαβητικό ρόλο σε όλα τα παραπάνω καλείται να διαδραματίσει το τουρκικό Γενικό Επιτελείο, μέσω και της διδασκαλίας του εν λόγω μαθήματος. Όπως αναφέρει το 7ο άρθρο του Κανονισμού, «κατά κανόνα το μάθημα των Γνώσεων Εθνικής Ασφάλειας διδάσκουν εν ενεργεία αξιωματικοί, απόφοιτοι της Σχολής Ευελπίδων. Στις περιπτώσεις που αυτοί δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν, τα καθήκοντα διδασκαλίας του μαθήματος ανατίθενται σε άλλους εν ενεργεία αξιωματικούς, σε απόστρατους ή παραιτηθέντες, και στην περίπτωση που και αυτοί δεν επαρκούν, καθήκοντα διδασκαλίας του μαθήματος ανατίθενται σε δασκάλους της μέσης εκπαίδευσης οι οποίοι υπηρέτησαν τη θητεία τους ως έφεδροι αξιωματικοί». Το επόμενο άρθρο (8ο) καθορίζει ότι οι αξιωματικοί που διδάσκουν το μάθημα πρέπει να φέρουν βαθμό «λοχαγού έως συνταγματάρχη», ενώ στο 5ο άρθρο αναφέρεται ότι οι γνώσεις που παρέχονται στο πλαίσιο του συγκεκριμένου μαθήματος ξεκινούν ήδη από το Δημοτικό. Στο τελευταίο, όπως και στο Γυμνάσιο, οι εν λόγω γνώσεις παρέχονται από τους ίδιους τους δασκάλους, ενώ στο Λύκειο το μάθημα διδάσκεται άπαξ εβδομαδιαίως και «οι αλλαγές που επέρχονται στην εβδομαδιαία συχνότητα των ωρών διδασκαλίας του, δημοσιεύονται ξεχωριστά από το Γενικό Επιτελείο».

Το περιεχόμενο του Μαθήματος Εθνικής Ασφάλειας παρέμενε το ίδιο από το 1926 μέχρι το 1998, οπότε και σημειώθηκε μία σημαντική αλλαγή στον προσανατολισμό του: Τα κεφάλαια του μαθήματος που είχαν ως στόχο την εξοικείωση των μαθητών με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις (βαθμοί, διακριτικά, στρατιωτική θητεία, κ.τ.λ.) παρέμειναν ανενεργά ή δεν διδάσκονταν καθόλου. Το βάρος, πλέον, δίδεται σε δύο κεφάλαια: α) «Αρχές του Ατατούρκ – Εθνική Ενότητα και Συμβίωση», β) «Τα Παιχνίδια που παίζονται εις βάρος της Τουρκικής Δημοκρατίας». Τα κεφάλαια αυτά είναι τα πιο εκτεταμένα και λεπτομερειακά.

Πράγματι, το κεφάλαιο «Τα Παιχνίδια που παίζονται εις βάρος της Τουρκικής Δημοκρατίας» καλύπτει δεκαεπτά σελίδες, διανθίζεται με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ενώ υποδιαιρείται σε τρεις ενότητες: α) Η Θέση της Τουρκίας, β) Οι Γείτονές μας και οι Ιστορικοί τους Στόχοι, και γ) Παιχνίδια που παίζονται εις Βάρος της Ανατολίας [Μικράς Ασίας]. Στη δεύτερη ενότητα, η πιο εκτεταμένη αναφορά γίνεται σε δύο χώρες: Την Ελλάδα και την Κύπρο. Για τη δεύτερη αναφέρονται τα εξής: «Ένας από τους ιστορικούς στόχους των Ρωμιών που ζουν στην Ελλάδα και στην Κύπρο είναι και το να μετατρέψουν την Κύπρο σε τμήμα της Ελλάδας. Γι’ αυτό και αγνόησαν την ύπαρξη χιλιάδων Τούρκων που ζουν στο νησί, και ιδιαίτερα μετά το 1960 επιδόθηκαν σε αιματηρές επιθέσεις εναντίον των ομογενών μας. Απέναντι στις ενέργειες κατεδάφισης της Κυπριακής Δημοκρατίας που συγκροτούταν από Τούρκους και Ρωμιούς και Εξελληνισμού της νήσου, οι Τουρκικές Ένοπλές Δυνάμεις επενέβησαν στις 20 Ιουλίου 1974 και δημιουργήθηκαν πρώτα η Τουρκική Ομοσπονδία Βορείου Κύπρου και έπειτα στις 15 Νοεμβρίου 1983 η Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου ως ανεξάρτητο κράτος.

Η Ελλάδα επεχείρησε το 1974 να προσαρτήσει την Κύπρο, και επειδή η προσπάθεια προσάρτησης που ονομάστηκε ‘Ένωσις’ δεν πραγματοποιήθηκε, σήμερα κατηύθυνε τις ενέργειές της στην προσπάθεια αυτού που ονομάζεται ‘Έμμεση Ένωση’, να βάλει την Κύπρο στην Ε.Ε., κι έτσι να ενωθεί με την Κύπρο υπό την ομπρέλα της Ε.Ε..
Παρά τις κάθε είδους προσπάθειες της Ελλάδας και των Ρωμιών της νήσου, οι πλευρές στην Κύπρο ζουν εδώ και χρόνια ειρηνικά και γαλήνια. Η σημαντικότερη αιτία αυτού είναι το γεγονός ότι ο τουρκικός και ο ρωμαίικος πληθυσμός ζουν χωριστά».

Στο τέλος του συγκεκριμένου κεφαλαίου, παρατίθενται εν είδει «πρόσθετου αναγνώσματος» και ορισμένα αποσπάσματα – όπως τουλάχιστον αναφέρεται – από τη γαλλική Le Soir της 24 Ιουλίου 1974 και του «ραδιοφωνικού σταθμού της Φωνής της Γερμανίας», τα οποία αφηγούνται τη «βαρβαρότητα» και τις «επαίσχυντες πράξεις» των Ελληνοκυπρίων. Δεν παραλείπεται, φυσικά, και μία πρόσθετη μαρτυρία Τούρκου απόστρατου ταξίαρχου, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην «ειρηνευτική επιχείρηση».
Συγκρίνοντας το τουρκικό εγχειρίδιο με το αντίστοιχο που διδάσκεται στην 9η τάξη (Α΄ Λυκείου) των «σχολείων» των κατεχομένων, διαπιστώνονται ορισμένες χαρακτηριστικές δομικές ομοιότητες. Το τουρκοκυπριακό εγχειρίδιο αποτελεί έκδοση του «υπουργείου εθνικής παιδείας και πολιτισμού» του ψευδοκράτους, έχει δε συγγραφεί από μία «επιτροπή», η οποία συγκροτήθηκε από το εν λόγω «υπουργείο», καθώς και τη «Διοίκηση των Δυνάμεων Ασφαλείας». Στο προοίμιό του, πέραν του τουρκικού εθνικού ύμνου και του «καλέσματος του Ατατούρκ προς τη νεολαία», υπάρχει και ο πρόλογος της «επιτροπής», στον οποίον αναφέρονται τα εξής: «Η ΤΔΒΚ έχει μία πολύ σημαντική θέση από πολιτικής και στρατιωτικής απόψεως εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης στον κόσμο. Η θέση της αυτή, όπως εξασφαλίζει στην πατρίδα μας ορισμένα πλεονεκτήματα στη διεθνή σκηνή, έτσι και την φέρνει αντιμέτωπη συνεχώς με ορισμένες εσωτερικές και εξωτερικές απειλές. Η τουρκοκυπριακή νεολαία είναι υποχρεωμένη να είναι έτοιμη πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, να προστατεύσει τη χώρα και το έθνος της έναντι αυτών των απειλών. Η σημαντικότερη προϋπόθεση για αυτή την ετοιμότητα είναι να προστατεύσει ανεξαρτήτως τιμήματος την εθνική ενότητα και συμβίωση στην ΤΔΒΚ, η οποία δημιουργήθηκε ως ένα κράτος προσδεδεμένο στον Ατατουρκικό Εθνικισμό, δημοκρατικό, κοσμικό και κοινωνικό κράτος δικαίου, καθώς επίσης να είναι αρκούντως συνειδητοποιημένη για να το πετύχει. Αυτό καθίσταται δυνατό, όχι μόνο στην πνευματική διάσταση των ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΤΑΤΟΥΡΚ, αλλά ταυτόχρονα με την υιοθέτησή τους ως τρόπου ζωής.

Ο Τουρκοκύπριος νέος, στο βαθμό που υιοθετεί ως τρόπο ζωής τις αρχές και μεταρρυθμίσεις που κληροδότησε ο Ατατούρκ στην τουρκική νεολαία και στο βαθμό που συνειδητοποιεί τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα συμβάλει στη διαιώνιση της ύπαρξης της ΤΔΒΚ και στην εξύψωσή της στο επίπεδο των σύγχρονων πολιτισμών.

Στόχος, λοιπόν, του μαθήματος των Γνώσεων Εθνικής Ασφάλειας είναι να δείξει το δρόμο στην τουρκοκυπριακή νεολαία για την προστασία και την άγρυπνη φροντίδα της ΤΔΒΚ και να συμβάλει στην απόκτηση των αναγκαίων προσόντων για την επιτυχή επιτέλεση αυτού του καθήκοντος».

Ο «πρόλογος» αυτός αποτελεί μία ελαφρώς εμπλουτισμένη αντιγραφή του αντίστοιχου προλόγου, ο οποίος προτάσσεται στο τουρκικό εγχειρίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι οι αναφορές στην «ΤΔΒΚ» και στην «τουρκοκυπριακή νεολαία», οι οποίες αντικαθιστούν τις λέξεις «Τουρκία» και την «τουρκική νεολαία» που υπάρχουν στο εγχειρίδιο των τουρκικών λυκείων. Πέραν τούτου, αναπαράγονται οι ίδιες στερεοτυπικές και βαθύτατα ουσιαστικές στο συμβολισμό τους αναφορές στην «εθνική ενότητα και συμβίωση», στις «αρχές και μεταρρυθμίσεις του Ατατούρκ», καθώς και στις υφιστάμενες «εσωτερικές και εξωτερικές απειλές» («παιχνίδια» στο τουρκικό εγχειρίδιο) με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι δύο «χώρες». Ο «Ατατουρκισμός» και το «δημοκρατικό, κοσμικό και κοινωνικό κράτος δικαίου» δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μία αντιγραφή του 2ου άρθρου του τουρκικού Συντάγματος, ενώ χαρακτηριστική είναι η καλλιεργούμενη στρατιωτική λογική που διαπνέει την αιτιολόγηση του «καθήκοντος» των Τουρκοκυπρίων να υπερασπίσουν «πάντοτε και σε κάθε περίπτωση» το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

Ως προς το περιεχόμενό του, το τουρκοκυπριακό εγχειρίδιο χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια, τα οποία αποτελούν θεματικές κατηγορίες και του αντίστοιχου τουρκικού εγχειριδίου: α) «Εθνική ασφάλεια και στρατηγική εθνικής ασφάλειας», β) «Οργανισμοί που διασφαλίζουν την εθνική ασφάλεια», γ) «Ατατουρκισμός και αρχές του Ατατούρκ, Εθνική ενότητα και συμβίωση», και δ) «Η θέση της Κύπρου και οι απειλές εναντίον της ΤΔΒΚ». Και στο τουρκοκυπριακό εγχειρίδιο η δομή της διδακτικής ενότητας είναι ίδια με την αντίστοιχη του τουρκικού: Οι διδακτικές υποενότητες ακολουθούνται από συνοπτικές ερωτήσεις προκειμένου να δοθεί έμφαση στις διδασκόμενες έννοιες, αλλά και να επιτευχθεί η εμπέδωσή τους, ενώ στο τέλος παρατίθενται πάντοτε και «αποσπάσματα προς ανάγνωση», με σκοπό την περαιτέρω επεξεργασία των διδασκομένων κεφαλαίων.

Ενδιαφέρον για την τουρκική αντίληψη περί του ρόλου που διαδραματίζει η Κύπρος για την «ασφάλεια» της Τουρκίας είναι το απόσπασμα που προτάσσεται του προαναφερθέντος τέταρτου κεφαλαίου («Η θέση της Κύπρου και οι απειλές εναντίον της ΤΔΒΚ») στο τουρκοκυπριακό εγχειρίδιο. Πρόκειται για λόγια που αποδίδονται στον ίδιο τον Ατατούρκ, ο οποίος κατά τη διάρκεια στρατιωτικής άσκησης που επιθεωρούσε στα νότια της Τουρκίας, ζήτησε από τους επιτελείς που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από έναν στρατιωτικό χάρτη να του υποδείξουν τις οδούς ανεφοδιασμού της χώρας, σε περίπτωση νέας στρατιωτικής κατοχής. Κάθε ένας υποδείκνυε και διαφορετική κατεύθυνση. «Αφού τους άκουσε όλους υπομονετικά, έτεινε το χέρι του στο χάρτη και, δείχνοντας την Κύπρο, τους είπε τα εξής: ‘‘Κύριοι, όσο η Κύπρος βρίσκεται σε εχθρικά χέρια, οι δρόμοι ανεφοδιασμού της περιοχής αυτής έχουν μπλοκαριστεί. Προσοχή στην Κύπρο. Το Νησί αυτό είναι για μας σημαντικό’’». Δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει καλύτερη επιλογή, προκειμένου να καταδειχθεί εύγλωττα, συνοπτικά και στοχευμένα η στρατιωτική αξία της Κύπρου – και μάλιστα δια στόματος του ίδιου του «πατέρα των Τούρκων» – και να τονισθεί η διαχρονική της σημασία για την «ασφάλεια» της τουρκικής ενδοχώρας.

Μετά την «ουσιαστική» αυτή εισαγωγή στο θέμα, ακολουθούν η ανάπτυξη της σημασίας που έχει η γεωπολιτική θέση της Κύπρου, με χαρακτηριστικότερη την υπόδειξη προς τους μαθητές ότι «όσοι στην ιστορία κυριάρχησαν επί της Κύπρου, δημιούργησαν μεγάλα και ισχυρά κράτη, και εξασφάλισαν την υπεροχή τους έναντι των αντιπάλων στο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο». Στο πλαίσιο της ήδη γνωστής λογικής, αμέσως μετά εκτίθενται οι «κίνδυνοι που απειλούν την ΤΔΒΚ»: «Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τα αίτια των αντιπαραθέσεων για το Κυπριακό στην ιστορική του εξέλιξη είναι οι αχόρταγες επιθυμίες του διδύμου Ρωμιοί-Έλληνες, οι οποίοι έβαλαν σαν στόχο να αποκτήσουν το νησί, επιθυμίες που προσπαθούν να πραγματοποιήσουν συντονιζόμενοι με τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. […] Η αντιμετώπιση της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης ως της μόνης εξουσίας στη Νήσο με την αναγνώρισή της ως Κυπριακής Δημοκρατίας από δυνάμεις που έχουν συμφέροντα στο νησί, και στην κατεύθυνση εξυπηρέτησής τους, επιχειρούνται διάφορα παιχνίδια εναντίον της ΤΔΒΚ, με τις προσπάθειες να καταστήσουν τους Τουρκοκύπριους μπάλωμα και μειονότητα στη Δήθεν Ελληνοκυπριακή Δημοκρατία και με συνεπαγόμενο στόχο τον τερματισμό της τουρκικής κυριαρχίας».
Κατόπιν ακολουθεί η ονομαστική παράθεση των «απειλών», με πρώτη τη «Μεγάλη Ιδέα» (Megalo İdea) που πλαισιώνεται και με χάρτη των «επεκτάσεων» της Ελλάδας «από το 1829 μέχρι σήμερα», δεύτερη την «Ένωση» και τρίτη την «Όσμωση», ελληνικό όρο που στην τουρκική και τουρκοκυπριακή ρητορεία είναι ισοδύναμος της αφομοίωσης. Το υπό εξέταση κεφάλαιο τελειώνει με τα «καθήκοντα που αναλογούν στους συμπολίτες μας για την αντιμετώπιση των απειλών εναντίον του κράτους μας», τις απαραίτητες ερωτήσεις εμπέδωσης της διδαχθείσας ύλης, καθώς και ένα εκτεταμένο «απόσπασμα προς ανάγνωση» από το δεύτερο τεύχος του «περιοδικού των Δυνάμεων Ασφαλείας», εκδοθέν τον Ιούλιο 1987, το οποίο αφηγείται την εισβολή του 1974.

Τόσο στο τουρκικό, όσο και στο τουρκοκυπριακό εγχειρίδιο είναι φανερή η προσπάθεια να μεταλαμπαδευτεί στους νεαρούς μαθητές η ιδέα πώς η «πατρίδα» απειλείται από «εχθρούς» στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό, και κατά συνέπεια ότι οι ίδιοι οφείλουν να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επαγρύπνηση. Ως καλύτερος τρόπος άμυνας προκρίνεται ο ασπασμός των «αρχών του Ατατουρκισμού» που προβάλλεται ως επίσημη ιδεολογία, αλλά και η συνειδητοποίηση της σημασίας που έχει η γεωγραφική θέση Κύπρου και Τουρκίας για την «ασφάλειά» τους. Ιδιαίτερα η πρώτη προβάλλεται ως στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την «ασφάλεια» της τουρκικής ενδοχώρας. Το μήνυμα που δίδεται είναι ότι για την εξασφάλιση όλων αυτών, πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, η στρατιωτική λογική των οποίων αναγορεύεται σε κυρίαρχη. Είναι αυτή η λογική – με τη συνακόλουθη ρητορεία – που μετατρέπεται στο μοναδικό πρίσμα δια του οποίου αναγιγνώσκονται τόσο οι εσωτερικές, όσο και οι εξωτερικές εξελίξεις σε Τουρκία και ψευδοκράτος, και είναι οι Τούρκοι στρατιωτικοί που μεταβάλλονται στους μείζονες ερμηνευτές και διαμεσολαβητές των εν λόγω εξελίξεων. Η συνεκτίμηση όλων των προαναφερθέντων σημείων σχετικά με το περιεχόμενο των εγχειριδίων του μαθήματος Εθνικής Ασφάλειας σε Τουρκία και κατεχόμενα, οδηγεί ευλόγως στο συμπέρασμα που καταλήγει η Altınay, ότι δηλαδή με το εν λόγω μάθημα «ένα γενικότερο μήνυμα που δίδεται (ας μην λησμονείται πως διδάσκεται από στρατιωτικούς-δασκάλους) είναι πως η πολιτική είναι στρατιωτικό ζήτημα και πρέπει να εξετάζεται από στρατιωτική σκοπιά. […] Αξιοπρόσεκτο είναι και το γεγονός ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις εμφανίζονται ενώπιόν μας ως ένα υποκείμενο ανεξάρτητο (από τους άλλους κρατικούς θεσμούς, αλλά και την κοινωνία), προνομιούχο και δυνάμενο να εξεύρει λύση σε κάθε είδους πρόβλημα».

Επίλογος
Εξετάζοντας τους τρόπους πρόσληψης του Κυπριακού από τις πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ της Τουρκίας, από τις εκθέσεις Erim στα τέλη του 1956 μέχρι σήμερα, διαπιστώνεται η κεντρική θέση που κατέχει στη σκέψη τους η έννοια της «ασφάλειας» της Τουρκίας. Η έννοια αυτή διαδραματίζει ρόλο σταθεράς που προσανατολίζει και κυριαρχεί στους σχεδιασμούς για τη νήσο, η οποία εκτιμάται πως κατέχει κομβική θέση στη γεωγραφία της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, στο πλαίσιο αυτό, εκτιμάται ότι με την «ειρηνευτική επιχείρηση» του 1974 έσπασε ένας κρίκος της γεωγραφικής αλυσίδας των ελληνικών νησιών που κρατούσαν την Τουρκία περικυκλωμένη. Στη διαμόρφωση του πλαισίου των σχεδίων και των δράσεων που θα έκριναν το μέλλον της Κύπρου συμμετείχαν, όπως είναι φυσικό, οι εκάστοτε κυβερνήσεις της Τουρκίας και η γραφειοκρατία του τουρκικού ΥΠΕΞ, ταυτόχρονα όμως – όπως υπαγορεύει το τουρκικό παράδοξο – οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Οι τελευταίες παρουσιάζονται ως ο συνδετικός κρίκος που διατηρεί τη συνέχεια στη χάραξη και εφαρμογή της γραμμής της διχοτόμησης, ακόμη και στις περιόδους που οι πολιτικές ηγεσίες κρίνουν ότι θα πρέπει να ακολουθηθούν πιο προσεκτικά βήματα, έτσι όπως υπαγορεύουν οι διεθνείς διπλωματικές περιστάσεις. Πράγματι, το τουρκικό στράτευμα διαδραματίζει και στο Κυπριακό, όπως και στην εσωτερικό πολιτικό βίο της γείτονος χώρας, το ρόλο του ερμηνευτή και διαμεσολαβητή των «ορθών» πολιτικών για τα μείζονα ζητήματα, ενώ στο Κυπριακό κατορθώνει για λόγους «εθνικού συμφέροντος» να επιβάλλει σε επίπεδο πολιτικού και να υποβάλει σε επίπεδο εκπαιδευτικού συστήματος τη δική του ηγεμονική αντίληψη. Αψευδής μάρτυρας είναι το σχετικό περιεχόμενο του Μαθήματος Εθνικής Ασφάλειας στα σχολεία τόσο της Τουρκίας, όσο και των κατεχομένων. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η ηγεμονία της συγκεκριμένης επαγγελματικής κατηγορίας των «διορισμένων» (στρατιωτικοί), η οποία υπερισχύει – όταν αντιπαρατίθενται – της κατηγορίας των «εκλεγμένων» (πολιτικοί), αναδεικνύοντας έτσι με εύγλωττο τρόπο την πιο χαρακτηριστική δομική στρέβλωση του τουρκικού πολιτικού συστήματος που ταλανίζει τη συγκεκριμένη χώρα τόσο στις εσωτερικές, όσο και στις εξωτερικές της σχέσεις. Από την άλλη μεριά, ουδέποτε οι πολιτικές ηγεσίες στην Τουρκία ακολούθησαν ριζικά διαφορετική πορεία πλεύσης στο ζήτημα της Κύπρου. Από τη στιγμή που με βρετανική υποκίνηση εγκαταλείφθηκε η εφεκτική στάση, υιοθετήθηκε και επιδιώχθηκε σχεδόν αδιατάραχτα η πολιτική της διχοτόμησης της νήσου και της μεγιστοποίησης των κερδών, της κεφαλαιοποίησης ουσιαστικά των λαθών και επιπολαιοτήτων της ελληνικής πλευράς.

Κατά συνέπεια, η «διασφάλιση της ασφάλειας» της Τουρκίας, η πολιτική της διχοτόμησης και η στρατιωτική λογική που διαπνέει τις εξωτερικές σχέσεις αναδεικνύονται σε κρίσιμες, αλλά και σταθερές παραμέτρους της τουρκικής προσέγγισης της Κύπρου.