Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των αγνοουμένων τα ιερά…

του Πανίκου Ελευθερίου
Όλο και πιο συχνά τελευταία, εμφανίζονται στις εφημερίδες, οι αγγελίες για τις κηδείες των αγνοουμένων μας. Βρέθηκαν, λένε, τα οστά σε ομαδικό τάφο στα κατεχόμενα, και πιστοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA. Αυτό που συμβαίνει είναι πρωτόγνωρο, και θα έπρεπε να συγκλονίζει και να συνεγείρει τους πάντες. Δεν συμβαίνει αυτό. Εκτός από τις εκνευριστικά πομπώδεις εκφράσεις των ομιλητών στις κηδείες (πολλές φορές από άτομα που είναι οι ίδιοι θιασώτες της παράδοσης στον Τούρκο, με βάση την συνταγή που μας έδωσε ο Ανάν με το σχέδιο του), πολύ λίγα γίνονται. Εκτός από τους οικείους των νεκρών, την πολιτεία, που είναι υποχρεωμένη να κρατάει τα προσχήματα, λίγοι φαίνεται να ασχολούνται με ένα τραγικό παρελθόν, που ενδεχομένως θα χαλάσει την ευδαιμονία του σήμερα.
«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα αντρειωμένη, χαίρε, ώ χαίρε λευτεριά…» Με αυτά ξεκίνησε τον Εθνικό μας Ύμνο ο Σολωμός, κι όσο κι αν η λέξη ελευθερία έχει για πολλούς αντικατασταθεί από κάποιες άλλες (ρεαλισμός, συμβιβασμός, ομοσπονδία, κ.α.), δεν μπορούμε, (εμείς που νιώθουμε έντονο το ρίγος διαβάζοντας τις αγγελίες, εμείς που δεν βγάλαμε ακόμα την λέξη ελευθερία από το λεξιλόγιό μας), παρά να κάνουμε τον παραλληλισμό, αφιερώνοντας λίγες τουλάχιστον γραμμές, τιμώντας συνάμα τους πεσόντες. Τιμούμε τα κόκαλα τους (των Ελλήνων της Κύπρου) τα ιερά. Ευγνωμονούμε την επιστήμη για την δυνατότητα που μας παρέχει, μέσω της μεθόδου του DNA. Τα ανευρεθέντα οστά αυτά είναι τα ιερά κειμήλια, που δεν μας αφήνουν να ξεχάσουμε, και μας ωθούν να συνεχίσουμε τον αγώνα. Σε όλες αυτές τις κηδείες που έγιναν, και σε άλλες που θα γίνουν, γίνεται ένα εθνικό αναβάπτισμα. Πέραν λοιπόν της θρησκευτικής ανάγκης για μια αξιοπρεπή ταφή των νεκρών, και της ανθρωπιστικής υφής του θέματος, υπάρχει και η διαπίστωση ότι το δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού, δεν ξεθώριασε με τον χρόνο. Από αυτά τα ιερά κόκαλα αυτών που χάθηκαν, είναι βγαλμένος ένας νέος άνεμος αγωνιστικότητας και ελευθερίας.
Όλοι το περίμεναν ότι κάποτε θα εξακριβωνόταν η τύχη κάποιων από τους αγνοούμενους, αλλά λίγοι ίσως συνειδητοποίησαν το πως θα επιδρούσε η ψυχοφθόρα διαδικασία στους επηρεαζόμενους, και ευρύτερα στην κοινωνία μας. Για κάποιους, δεκαετίες ολόκληρες αβεβαιότητας έφτασαν στο τέλος τους. Είναι φυσικό να μην προκαλεί χαρά το γεγονός αυτό, αλλά αντιθέτως περισσότερο πόνο. Πονούμε μαζί τους, και τιμούμε την μνήμη των νεκρών, μένοντας ταγμένοι σε έναν ανένδοτο αγώνα, που θα συνεχιστεί μέχρι τελική διακρίβωση της τύχης όλων των αγνοουμένων. Αν παρ’ όλες τις προσπάθειες, δεν βρεθούν τα λείψανα, η ψυχή θα αναπαυθεί μόνον αν απελευθερωθούν τα σκλαβωμένα χώματα στα οποία βρίσκονται θαμμένοι (σε απελευθέρωση αναφερόμαστε, και όχι σε δήθεν επανένωση, στα πλαίσια μιας δήθεν Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας – του τύπου του σχεδίου Ανάν, που οραματίζονται κάποιοι εκ των ηγετών μας). Είναι χίλιες φορές προτιμότερο αυτό, και για τους συγγενείς, από την κηδεία και τις τιμές που τους αρμόζουν. Ας μην υποβαθμίζονται λοιπόν από κανέναν οι κηδείες που άργησαν 33 χρόνια. Επειδή θα είναι γι’ αυτούς που δεν ξεχνούν, κάτι σαν φρέσκο λάδι στο καντήλι του αγώνα.