Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Αρχεία Φόρεϊν Όφις 1977: H βρετανική «ματιά» στα τεκταινόμενα της Ελλάδας

Του Θανάση Γκαβού

Αποχαρακτηρίστηκαν πριν από λίγες ημέρες, τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις για το 1977. Οι βρετανικές εκτιμήσεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έχουν, μετά από 30 χρόνια, ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτικό ενδιαφέρον.
Οι πρόωρες εκλογές που διεξήχθησαν στην Ελλάδα στις 20 Νοεμβρίου του 1977 είναι το κύριο σημείο στο οποίο εστίασαν την προσοχή τους οι πολιτικοί και διπλωμάτες του βρετανικού Φόρεϊν Όφις, σύμφωνα με τα αρχεία της χρονιάς εκείνης που αποχαρακτηρίστηκαν πριν από λίγες ημέρες, με την πάροδο 30 ετών. Έντονο ενδιαφέρον επέδειξε επίσης το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών για την αύξηση της εκλογικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ και την επίσκεψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Λονδίνο.


Προεκλογικές εκτιμήσεις


Εσωτερική πολιτική κατάσταση
Σε διπλωματική αναφορά της βρετανικής πρεσβείας της Αθήνας προς στο Φόρεϊν Όφις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου, με εκτιμήσεις περί της κατάστασης των ελληνικών κομμάτων, σημειώνεται ότι η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναμενόταν ευρέως να ανανεώσει τη λαϊκή εντολή, αλλά με μείωση του ποσοστού της. Πτώση αναμενόταν και για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την ΕΔΗΚ του Γεώργιου Μαύρου.
Αντίθετα, προβλεπόταν ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ και των κομμάτων της αριστεράς, αν και όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, πολλοί από αυτούς που δήλωναν σε δημοσκοπήσεις ότι θα ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ παρασύρονταν αρχικά από τη φλογερή ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά στην κάλπη θα δίσταζαν να δώσουν την ψήφο τους στο κόμμα. Πάντως το ΠΑΣΟΚ περιγράφεται ως το μόνο κόμμα με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του πριν από τις εκλογές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Κόμμα των Νεοφιλελεύθερων που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το οποίο δεν αναμενόταν να έχει την άμεση απήχηση που επιθυμούσε ο ιδρυτής του. Οι Βρετανοί διπλωμάτες σχολιάζουν ότι ο Κρητικός πολιτικός επιθυμούσε να κερδίσει ψήφους όχι μόνο από την κεντροδεξιά από όπου προερχόταν αλλά και από την άκρα δεξιά, αν και επισημαίνεται η φημολογία περί ίδρυσης ακροδεξιού, φιλοβασιλικού κόμματος, που μετουσιώθηκε τελικά στην Εθνική Παράταξη του Στέφανου Στεφανόπουλου.
Ωστόσο, εκτιμάται ότι ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος δε θα έδινε την προφανή στήριξή του σε ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα, καθώς ήταν αδύνατο να συγκεντρώσει πάνω από το 30% των ψήφων, ποσοστό αυτών που είχαν ψηφίσει υπέρ της μοναρχίας στο σχετικό δημοψήφισμα. Όπως σημειώνεται, «αν ο τέως θέλει να διατηρήσει οποιαδήποτε ελπίδα επιστροφής, θα προτιμήσει να συντηρήσει αυτό το μύθο του 30%, παρά να στηρίξει ένα αδύναμο κόμμα».
Η βρετανική πρεσβεία και το Γραφείο Νότιας Ευρώπης του Φόρεϊν Όφις συμφωνούσαν ότι τα μεγάλα ερωτήματα των εκλογών ήταν κατά πόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου θα κατάφερνε να πάρει τη θέση του Γεωργίου Μαύρου ως ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ποια θα ήταν η δύναμη των κομμουνιστικών κομμάτων, διαιρεμένων σε ΚΚΕ Εξωτερικού και Εσωτερικού. Για τον Ανδρέα Παπανδρέου η γενική εκτίμηση ήταν ότι στόχευε στην εξουσία στις μεθεπόμενες εκλογές, επικεντρώνοντας για την ώρα εκείνη τις προσπάθειές του στην ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε δεύτερο κόμμα.
Ως προς την απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να προκηρύξει πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ένα χρόνο πριν τη λήξη της λαϊκής εντολής του 1974, το Φόρειν Όφις φαινόταν να κατανοεί τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ενέργειας. Σε ένα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα τονίζεται ότι ο Καραμανλής δεν μπορούσε να αγνοήσει τα πλεονεκτήματα των πρόωρων εκλογών. Η κεντρώα και αριστερή αντιπολίτευση ήταν κατακερματισμένη, ενώ η άκρα δεξιά δεν είχε καν ακόμα σίγουρο κομματικό εκπρόσωπο. Επίσης το Κυπριακό και το θέμα του Αιγαίου διένυαν ήρεμη περίοδο, η οικονομία βρισκόταν σε θετική τροχιά με τις προβλέψεις να γίνονται πιο δυσοίωνες για το επόμενο έτος, το 1978, ενώ υπήρχε και η «συστηματική ευφορία» από τις προσπάθειες ένταξης στην ΕΟΚ, μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων το 1976. Επίσης, τονίζεται ότι στην Ελλάδα τα ζητήματα πολιτικής δεν είναι ποτέ τόσο σημαντικά όσο οι προσωπικότητες και ο Καραμανλής παρέμενε δημοφιλής, ακόμα και αν δεν μπορούσε να συγκεντρώσει το 55% του 1974.
Επίσης εξετάζεται το μέγεθος της απειλής πραξικοπήματος που αντιμετώπιζε ο Καραμανλής με τους Βρετανούς να καταλήγουν τελικά στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος δεν ήταν σοβαρός, παρά την παρουσία αρκετών νεαρών δυσαρεστημένων αξιωματικών του στρατού, από τους οποίους όμως έλειπε η οργάνωση και η πολιτική στήριξη. Αναφέρεται επίσης ως ισχνό αλλά υπαρκτό ενδεχόμενο μια πιθανή απόπειρα δολοφονίας του Καραμανλή, ο οποίος πάντως τελικά «πιθανότατα θα επιβίωνε πολιτικά χωρίς σημαντικά προβλήματα». Επίσης η δυσαρέσκεια των πολιτών όπως αποτυπωνόταν στις συχνές και δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις εξετάζονται στο πλαίσιο της φθοράς της κυβέρνησης μετά από τρία χρόνια στην εξουσία.

Τουρκία και Ε.Ε.


Ο μεγαλύτερος εσωτερικός κίνδυνος για τον Καραμανλή, σύμφωνα με το Φόρεϊν Όφις, προερχόταν από την πιθανή κατηγορία σε βάρος του περί προδοσίας από μια μερίδα Ελλήνων, λόγω της προθυμίας του να συζητήσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Γίνονται αναφορές σε κατηγορίες περί μυστικής συμφωνίας «ξεπουλήματος» των εθνικών συμφερόντων στο Αιγαίο.
Το Φόρειν Όφις εξέφραζε έντονο ενδιαφέρον για τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που μετά την Κύπρο είχαν το 1977 ως κύριο αντικείμενο το Αιγαίο. Το Λονδίνο δεν έχανε πάντως ευκαιρία να τονίζει ότι είναι πρωτίστως θέμα διμερές. Όπως αναφέρεται στα απόρρητα έγγραφα, ο Καραμανλής διαμαρτυρόταν ότι η Άγκυρα μετέβαλλε συνεχώς τη θέση της. Σημειώνεται ότι δε θα προκαλούσε έκπληξη αν οι Έλληνες ανέμεναν πιθανή χρήση απειλής βίας από τους Τούρκους. Ο κίνδυνος πολεμικής σύρραξης χαρακτηρίζεται «πάντα υπαρκτός», ακόμα και λόγω κάποιου ατυχήματος στο Αιγαίο, αν και θεωρείτο απίθανο οι δύο πλευρές να άφηναν τα πράγματα να φτάσουν μέχρις εκεί, αφού αιωρείτο και η απειλή των Αμερικανών ότι θα διέκοπταν την προμήθεια όπλων προς αμφότερες τις χώρες σε περίπτωση πολέμου στο Αιγαίο. Όσο για τον ελληνικό λαό τονίζεται ότι «πρέπει να εκπαιδευθεί για να καταλάβει ότι χρειάζονται συμβιβασμοί», όπως έκανε ο Καραμανλής.
Ο 70χρονος τότε πολιτικός είχε την αμέριστη στήριξη των Βρετανών, που τον θεωρούσαν εξαιρετικά δημοφιλή και με έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα. Τόνιζαν συχνά ότι μπορούσε να επιτύχει περισσότερα από καθέναν στην εδραίωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα και ότι ήταν «η καλύτερη ελπίδα για τη Δύση» ή ότι «δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς εναλλακτική κυβέρνηση που να εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των δυτικών συμμάχων της Ελλάδας». Εκτιμούσαν ότι το Αιγαίο έκρυβε τις μεγαλύτερες παγίδες για τον Καραμανλή και ότι η είσοδος στην ΕΟΚ μπορούσε να γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία του. Μάλιστα στα εσωτερικά έγγραφα του Φόρεϊν Όφις τονίζεται ότι η πολιτική βούληση στη Βρετανία ήταν ισχυρότερη από ποτέ υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, αλλά σημειώνεται ότι θα χρειάζονταν σκληρά παζάρια, κυρίως λόγω των επιφυλάξεων Γαλλίας και Ιταλίας όσον αφορά τις αλλαγές που θα επέφερε στη χρηματοδότηση των αγροτών η ένταξη μιας χώρας όπως η Ελλάδα.
Εσωτερικά θέματα
Σε άλλα θέματα εσωτερικής πολιτικής που θα είχαν ίσως έστω μικρότερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της γνώμης του εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβάνονταν κατά τους Βρετανούς η απόφαση καθιέρωσης της δημοτικής έναντι της καθαρεύουσας, η οργάνωση των αριστερών φοιτητικών παρατάξεων με τη μεγάλη δυναμική, οι δευτεροβάθμιες αθωώσεις ή μειώσεις ποινών συνεργατών της χούντας, που εκτιμάται ότι έγιναν «για να γλυκαθεί η αστυνομία» και τα πιο ακραία ιδεολογικώς στελέχη της, καθώς επίσης και η αυξανόμενη αντίθεση των Ελλήνων σε οποιαδήποτε σκέψη επαναφοράς της μοναρχίας, όπως καταδεικνυόταν και από δημοσκοπήσεις της εποχής.
Η βρετανική πρεσβεία επισημαίνει επίσης σε ανάλυσή της την ιδιαιτερότητα των ελληνικών εκλογών ως προς την παραδοσιακά πελατειακή σχέση ψηφοφόρων και υποψηφίων, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Περιγράφεται επίσης το τροποποιημένο εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής με διατάξεις που ευνοούν τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των μικρότερων κομμάτων, κάτι που εκτιμάται ότι ο Καραμανλής έκανε για να ικανοποιήσει το αίτημα των αντιπάλων του, ώστε να αφαιρέσει ένα από τα επιχειρήματα για τη δημιουργία ευρέων και ισχυρών αντιπολιτευτικών συνασπισμών. Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ελληνικών εκλογών τονίζεται επίσης η απουσία ορίων στη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας υποψηφίων, που επιτρέπει σε ορισμένους «στην ουσία να εξαγοράζουν την εκλογή τους στο Κοινοβούλιο».
Συμπεράσματα από τις εκλογές


Ανάγνωση αποτελέσματος
Οι εκλογές του 1977 κατά τη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα και το Φόρεϊν Όφις ήταν οι πιο δίκαιες και καλά οργανωμένες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σημειώνεται η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη πτώση της ΝΔ, από 55% σε 41,8%, με σαφές πλήγμα από το νεοσυσταθέν κόμμα Εθνική Παράταξη του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Στεφανόπουλου (6,8%). Επίσης αναφέρεται ότι οι ψηφοφόροι της ΕΔΗΚ του Γεωργίου Μαύρου κατέληξαν τελικά στο ΠΑΣΟΚ το ποσοστό του οποίου σχεδόν διπλασιάστηκε σε τρία χρόνια, φτάνοντας το 25,3%.
Ενίσχυση ΠΑΣΟΚ
Η δύναμη του ΠΑΣΟΚ, όπως παραδέχεται το Φόρεϊν Όφις, αποτέλεσε έκπληξη. Με εντυπωσιακό τρόπο πυκνώνουν οι αναφορές στο πρόσωπο του Ανδρέα Παπανδρέου και παρατηρείται μεγάλη κινητοποίηση ώστε να συγκεντρωθούν άμεσα στοιχεία για την πολιτική σταδιοδρομία και τις θέσεις του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και από έγγραφα του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μάλιστα, όπως σημειώνεται, η διαδικασία συλλογής στοιχείων καθυστερούσε, καθώς η καταγραφείσα πολιτική δραστηριότητα του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα πήγαινε μιάμιση δεκαετία πίσω, πριν από την κατάλυση της δημοκρατίας.
Σε μια πρώτη ανάλυση της πολιτικής ποσότητας που ακούει στο όνομα ΠΑΣΟΚ αναφέρεται ότι αν και το πρόγραμμα του κόμματος βασιζόταν στο «μαρξιστικό σοσιαλισμό», ο Παπανδρέου απέφυγε το λάθος του '74, όταν είχε τρομάξει μετριοπαθείς ψηφοφόρους με ακραίες ιδεολογικές προκηρύξεις. Αν και το κόμμα διέθετε καλά οργανωμένες δομές, βασιζόταν περισσότερο στην προσωπικότητα του ηγέτη του. Ως ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Παπανδρέου, σχολιάζουν οι Βρετανοί διπλωμάτες, θα ήταν πολύ πιο δραστήριος από το Μαύρο, ενώ προβλέπονταν μάχες με την κυβέρνηση σε όλα τα εθνικά μέτωπα και σε πολλά εσωτερικά.
«Ο Παπανδρέου διαχωρίζει το σοσιαλισμό που πρεσβεύει ο ίδιος από τη βορειοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και το σοβιετικό σοσιαλισμό, αν και πιστεύει στο μαρξισμό. Γενικά είναι πραγματιστής και γρήγορος στο να ρίχνει τους τόνους σε ό,τι δει ότι μπορεί να του αφαιρέσει ψήφους», αναφέρεται σε ένα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Γίνεται επίσης αναφορά σε ανεπιβεβαίωτες φήμες ότι η προεκλογική εκστρατεία του ΠΑΣΟΚ είχε χρηματοδοτηθεί από τη Λιβύη.
Όταν τα στοιχεία για το πολιτικό παρελθόν του Παπανδρέου συγκεντρώνονται, σημειώνεται ότι από το 1964 μέχρι το 1967 η άποψη της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα για το πρόσωπό του είχε μεταβληθεί από ουδέτερη σε επικριτική.
Το 1963 ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτηριζόταν «λαμπρός οικονομολόγος» ενώ το 1967 σημειωνόταν ότι είχε συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην έλευση της χούντας, καθώς «δεν κατανοούσε τι ήταν πολιτικά δυνατό, πρέσβευε ασαφείς και επιδερμικές πολιτικές απόψεις και είχε καλές σχέσεις με τους κομμουνιστές». Διπλωματική επιστολή από την πρεσβεία της Βρετανίας στην Αθήνα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου έφερε μεγαλύτερη ευθύνη για την ανατροπή της δημοκρατίας στην Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα.
Σε προσωπικό επίπεδο περιγράφεται ως άτομο με περιορισμένη αίσθηση αυτοκριτικής και φιλόδοξος. Δυναμικός, με ασταθή αντιδυτική ρητορική. Επισημαίνεται η διαφορετική στάση που εξέφραζε ιδιωτικά σε σύγκριση με δημόσιες τοποθετήσεις του, αποτέλεσμα πιθανότατα «δαιμόνιας και υπολογισμένης δημαγωγίας», χωρίς να μπορούσε να αποκλειστεί ότι οφειλόταν σε μια ασταθή προσωπικότητα που μπορούσε να πλήξει τα βρετανικά συμφέροντα από τη θέση του πρωθυπουργού.
Ωστόσο, γίνεται παραδεκτό ότι ήταν γοητευτική φυσιογνωμία που έπειθε το λαό να τον ακολουθήσει ως ηγέτη και ότι θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη ως μελλοντικός πρωθυπουργός. «Στην ουσία είναι μια διττή προσωπικότητα: από τη μία πλευρά ένας σύγχρονος, ψύχραιμος και λογικός οικονομολόγος με σπουδές στην Αμερική και από την άλλη ένας παραδοσιακός Έλληνας πολιτικός, με έφεση στις μηχανορραφίες και τη δημαγωγία», είναι το τελικό συμπέρασμα για το χαρακτήρα του Ανδρέα Παπανδρέου.
Το Φόρεϊν Όφις πάντως κρίνει αναγκαία την προσπάθεια δημιουργίας επαφών με τον Ανδρέα Παπανδρέου και κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ενώ μέχρι το τέλος του έτους δεν έχει αποφασιστεί ποια θα είναι η στάση του κυβερνώντος κόμματος των Εργατικών απέναντι στο ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικογένειας. Μάλιστα ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Ντέιβιντ Όουεν με προσωπικό σημείωμα χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δύο κομμάτων «πρόβλημα στο οποίο δυσκολεύεται να βρει λύση».
ΚΚΕ Εσωτερικού
Επίσης, αν και με λιγότερη έμφαση σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τις εκλογές, λόγω της ισχνής επίδοσης του αριστερού συνασπισμού, θεωρείται σκόπιμη η προσπάθεια επαφών με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΚΚΕ Εσωτερικού, Λεωνίδα Κύρκο. Το κόμμα θεωρείται ότι είχε υιοθετήσει πλέον ανοιχτά τον ευρωκομμουνισμό έχοντας έρθει σε καθαρή σύγκρουση με τις σοβιετικές επιταγές που πρέσβευε το ΚΚΕ Εξωτερικού.
Ο Λεωνίδας Κύρκος χαρακτηρίζεται έξυπνος, συμπαθητικός και αγγλόφιλος με τον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν συζητήσεις για μια ευνοϊκή προς το Λονδίνο πολιτική από ένα ελληνικό αριστερό κόμμα, κρυφά από την κυβέρνηση Καραμανλή ώστε να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Για το λόγο αυτό η όποια πρόσκληση θα προς τον κ. Κύρκο θα έπρεπε να απευθυνθεί στο πλαίσιο κάποιας ακαδημαϊκής εκδήλωσης, χωρίς αμιγώς πολιτική επένδυση.
Ανάλυση αποτελέσματος
Μια γενικότερη πολιτική ανάλυση της σημασίας του εκλογικού αποτελέσματος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Καραμανλής έκανε πολλά για την Ελλάδα αλλά αυτό ακριβώς το επίτευγμά του επέτρεπε στους Έλληνες να ψηφίσουν για αλλαγή. Επισημαίνεται ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να θεωρείται δεδομένη η κυριαρχία των συντηρητικών δυνάμεων στην Ελλάδα, αν και στις συγκεκριμένες εκλογές η χώρα δε μετακινήθηκε αριστερά, αλλά επέλεξε μια ψήφο διαμαρτυρίας με θύμα τον Καραμανλή, ο οποίος είχε τα «κότσια» να αναφερθεί ανοιχτά στη σύνδεση ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, πορευόμενος με το σύνθημα «ανήκουμε στη Δύση».
Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή χαρακτηρίζεται ανέμπνευστη, αλλά εκτιμάται ότι δε θα αντιμετώπιζε πρόβλημα από το ΠΑΣΟΚ και το Κομμουνιστικό Κόμμα Εξωτερικού στην πορεία προς ένταξη στην ΕΟΚ. Θεωρείται επίσης ότι η άνοδος του ΠΑΣΟΚ έθετε εν αμφιβόλω το μέλλον της ΕΔΗΚ (μόλις 11,9% των ψήφων), αν και ο έστω προσωρινός διάδοχος του Μαύρου, Ιωάννης Ζίγδης χαρακτηρίζεται πιο δυναμική αντιπολιτευτική προσωπικότητα. Στην ίδια θεματική τονίζεται το γεγονός ότι η αριστερά αποκάλυψε την πραγματική δύναμή της για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία [με το ΚΚΕ Εξωτερικού να συγκεντρώνει ποσοστό 9,36% και το Συνασπισμό Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων (ΚΚΕ Εσωτ. - ΕΔΑ - Σοσιαλιστική Πορεία - Χριστιανική Δημοκρατία - Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία) 2,72%].



Επίσκεψη Καραμανλή στο Λονδίνο


Προετοιμασία και αναβολή
Η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να επισκεφθεί το Λονδίνο στα τέλη Απριλίου του 1977, πριν από τις πρόωρες εκλογές, καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στους φακέλους με τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Φόρεϊν Όφις. Οι Βρετανοί διπλωμάτες χαρακτηρίζουν «σημαντική» την απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού να επισκεφθεί ιδιωτικώς το Λονδίνο, ζητώντας παράλληλα συνάντηση με τον ομόλογό του Τζέιμς Κάλαχαν. Οι Βρετανοί σημειώνουν ότι παρόμοια επίσκεψη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πραγματοποιήσει μόνο στο Παρίσι και μάλιστα δύο φορές, προφανώς λόγω των γνωστών καλών σχέσεών του με τον πρόεδρο Ζισκάρ Ντ' Εστέν. Η γενική εκτίμηση στο Λονδίνο ήταν ότι ο Καραμανλής θεωρούσε πως οι σχέσεις Βρετανίας - Ελλάδας είχαν βελτιωθεί και ήθελε να τις αναθερμάνει ακόμα περισσότερο.
Ως πιθανά θέματα συζήτησης μεταξύ των Καραμανλή - Κάλαχαν επισημαίνονται οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ, οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Κυπριακό και το Αιγαίο και διάφορα θέματα διμερούς ενδιαφέροντος, πρωτίστως η επιθυμία των Βρετανών να κλείσουν συμφωνία πώλησης στην Ελλάδα των αρμάτων μάχης Βίκερς.
Τελικά η προγραμματισμένη επίσκεψη Καραμανλή στο Λονδίνο αναβλήθηκε, καθώς ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέφερε από λουμπάγκο και πόνους στην πλάτη. Ωστόσο, η συνάντηση με τον Τζέιμς Κάλαχαν πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου, στο περιθώριο συνόδου του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο, όπου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συναντήθηκε επίσης με τον Αμερικανό πρόεδρο Κάρτερ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκκληση του Φόρεϊν Όφις προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για ενημέρωση πάνω στο περιεχομένο των συζητήσεων του προέδρου Κάρτερ με τον Έλληνα αλλά και τον Τούρκο πρωθυπουργό, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, που προηγήθηκαν των επαφών των δύο ηγετών με το Βρετανό πρωθυπουργό, ώστε Ουάσινγκτον και Λονδίνο να εμφανίσουν μια ενιαία θέση στο θέμα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Πάντως η Ντάουνινγκ Στριτ ζήτησε την περιορισμένη διανομή πρακτικών των επαφών με τους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας, επιθυμώντας αντίθετα μόνο μια προφορική συνοπτική ενημέρωση των υπόλοιπων Ευρωπαίων εταίρων.

Συνάντηση Καραμανλή - Κάλαχαν
Κατά τη σύντομη συνάντησή του με το Βρετανό ομόλογό του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθιξε το Κυπριακό, λέγοντας ότι παρά τις διαπραγματεύσεις δεν έχει επιτευχθεί λύση και ότι δεν ανέμενε πρόοδο μέχρι τις τουρκικές εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου. Αλλά ακόμα και μετά, πρόσθεσε, ήταν αμφίβολο αν θα σημειωνόταν πρόοδος. Ο Καραμανλής σχολίασε ότι «ο Μακάριος ήταν δύσκολος στο παρελθόν αλλά είχε γίνει τόσο μετριοπαθής που αν οι Τούρκοι ήθελαν θα βρισκόταν λύση» και αναρωτήθηκε γιατί δεν άρπαζαν την ευκαιρία.
Συμφώνησε με την παρατήρηση του Κάλαχαν ότι η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία ήταν το πρόβλημα, εξηγώντας ότι δεν υπήρχε συναίνεση και ότι ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, αντίπαλος του Ντεμιρέλ, ήθελε να γίνει ήρωας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν της άποψης ότι εξαρτιόταν από τους Τούρκους να προτείνουν λύση. Ο Τζέιμς Κάλαχαν σημείωσε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ, όπως και η Βρετανία, προσπαθούσε για το καλύτερο στο Κυπριακό, αλλά το Κογκρέσο δεν συναινούσε στην άρση του εμπάργκο κατά της Τουρκίας, γεγονός που περιέπλεκε την κατάσταση.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός τόνισε ότι το τέλμα θα ήταν επικίνδυνο για το μέλλον, με την κατάσταση να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω των διαφορών στο Αιγαίο, που εκείνη τη στιγμή ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο ζήτημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Καραμανλή ήταν ότι δεν υπήρχε σοβαρός συνομιλητής στην προεκλογική Τουρκία. Σε συνάντησή του με τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε εκφράσει την επιθυμία για νίκη του κόμματός του, με τον Τούρκο απερχόμενο πρωθυπουργό να σχολιάζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να τον βοηθήσει με άλλο τρόπο από το να κρατηθεί χαμηλά η ένταση στο Αιγαίο.
Ο Κάλαχαν δήλωσε ικανοποιημένος από τη συνεννόηση Καραμανλή - Ντεμιρέλ, αλλά ο Έλληνας ηγέτης προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε κίνηση των Τούρκων στο Αιγαίο θα θεωρούνταν πρόκληση και η Αθήνα θα έπρεπε να αντιδράσει.
Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις της Ελλάδας για ένταξη στην ΕΟΚ, ο Καραμανλής αναφέρθηκε μόνο στο θέμα των ανησυχιών Ιταλών και Γάλλων για τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα λέγοντας ότι είναι τόσο μικρής σημασίας που δεν πίστευε ότι θα έπρεπε να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Θα προσπαθούσε να βρει λύση με τον Βαλερί Ζισκάρ Ντ'Εστέν σε συνάντηση που θα είχε μαζί του σε λίγες ημέρες. Ο Βρετανός πρωθυπουργός περιορίστηκε να παρατηρήσει ότι θα έπρεπε να βρεθεί η χρυσή τομή, το κλειδί της οποίας ήταν σίγουρος πως είχε ο Γάλλος πρόεδρος.
Συζητήθηκε επίσης το θέμα της σχέσης της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ. Ο Κ. Καραμανλής τόνισε ότι η επιλογή της Ελλάδας μετά το δεύτερο Αττίλα στην Κύπρο ήταν είτε αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας είτε πόλεμος με την Άγκυρα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός διαβεβαίωσε το Βρετανό ομόλογό του ότι δεν είχε άλλο πρόβλημα με το ΝΑΤΟ, πέρα από το ότι ακόμα υφίσταντο οι συνθήκες που υπαγόρευσαν την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς δεν ήταν δυνατή η στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία. Ο Τζέιμς Κάλαχαν απάντησε ότι κατανοούσε πλήρως την ελληνική θέση.
Στα σχόλια του Φόρεϊν Όφις για τη συζήτηση των δύο ηγετών, τονίζεται ότι ο Καραμανλής φάνηκε να φεύγει ικανοποιημένος όπως και ο υπουργός Εξωτερικών Μπίτσιος που την προηγούμενη ημέρα είχε συνάντηση με τον ομόλογό του, Ντέιβιντ Όουεν. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με το Φόρεϊν Όφις φάνηκε να φεύγει θεωρώντας ότι στο πρόσωπο της Βρετανίας είχε βρει έναν καλό φίλο, άποψη που επιβεβαιώθηκε με την υπόσχεση Καραμανλή ότι αν οι όροι της συμφωνίας δεν ήταν απαγορευτικοί για την Αθήνα, το υπουργείο Άμυνας θα επέλεγε για αγορά βρετανικά άρματα μάχης έναντι γαλλικών. Πάντως οι Βρετανοί διπλωμάτες, που παραδέχονταν ότι οι διαφορές στο Αιγαίο επί της υφαλοκρηπίδας ήταν περίπλοκες καθώς δεν είχαν διεθνές προηγούμενο, συνέστηναν στην πολιτική ηγεσία του Φόρεϊν Όφις να ξεκαθαρίσει στον Καραμανλή ότι δεν συμφωνούσε με τη ζοφερή εικόνα των τουρκικών προθέσεων που περιέγραφε ο Έλληνας πρωθυπουργός.
Λοιπές συνομιλίες - Κυπριακό


Στη συνάντηση του Δημήτριου Μπίτσιου με τον Ντέιβιντ Όουεν συζητήθηκε κυρίως το Κυπριακό. Η βρετανική κυβέρνηση είχε διαμηνύσει στο Μακάριο πως η αίσθηση ότι ο μακρύς σε διάρκεια αγώνας είναι υπέρ των Ελληνοκυπρίων ήταν λανθασμένη. Βρετανία και Ελλάδα συμφωνούσαν πως δεν υπάρχουν ελπίδες προόδου πριν από τις εκλογές στην Τουρκία, ενώ το Λονδίνο υποστήριζε ότι προϋπόθεση για εξωτερική βοήθεια στην επίτευξη λύσης ήταν η προσέγγιση των δύο κοινοτήτων και στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα έπρεπε να εμπλακεί πιο ενεργά. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι είναι επίσης ανάγκη η Τουρκία να προτείνει μια λύση στη βάση της δημιουργίας ομοσπονδίας, όχι να επιμένει στη λύση δύο κρατών ή συνομοσπονδίας.
Ενδιαφέρον επίσης έχει η συζήτηση γύρω από το Κυπριακό του Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο με ανώτερο διπλωμάτη του Φόρεϊν Όφις. Ο Βρετανός διπλωμάτης με χαρακτηριστική για το λαό του διακριτικότητα προσπάθησε να καθησυχάσει τον κ. Ρούσο διαισθανόμενος «φόβο της Ελλάδας ότι μια λύση στο Κυπριακό θα άφηνε την Αθήνα εκτεθειμένη απέναντι σε άγνωστους κινδύνους στο Αιγαίο», με τη μορφή ανταλλαγμάτων της Δύσης προς την Τουρκία. Ο Βρετανός διπλωμάτης διαβεβαίωσε μέσω τηλεφώνου τον Έλληνα πρέσβη ότι ως μελλοντικό μέλος της ΕΟΚ η Ελλάδα δεν έπρεπε να φοβάται, δέσμευση που «καταγράφηκε με βιασύνη σε ένα μπλοκ σημειώσεων στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής». Η βρετανική πλευρά υποστήριζε σε ό,τι αφορά το Κυπριακό ότι η καλή θέληση από όλες τις πλευρές δεν έλειπε, αλλά αυτό που χρειαζόταν ήταν φαντασία και ευελιξία.
Σε άλλη συζήτηση που έχει καταγραφεί στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις, ο τότε διπλωματικός σύμβουλος και γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου Πέτρος Μολυβιάτης εξέφρασε σε Βρετανούς διπλωμάτες την απογοήτευση που επικρατούσε στη Λευκωσία για τις διακοινοτικές συνομιλίες της Βιέννης, με τη βρετανική πλευρά να σχολιάζει ότι κανείς δεν μπορούσε να περιμένει κάτι καλύτερο τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Σε άλλο έγγραφο σχετικά με το Κυπριακό τονίζεται ότι ο Μακάριος είχε πει σε συνάντησή του με τον Καραμανλή ότι η Κύπρος προσανατολιζόταν πλέον προς τη Δύση, «προς ικανοποίηση των Αθηνών», αν και θα όργιζε τους κομμουνιστές στο νησί. Επίσης σημειώνεται ότι οι Έλληνες έλεγαν πως η λύση μπορούσε να βρεθεί εύκολα, με το Μακάριο να αποδέχεται μια λύση στη βάση δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά όχι συνομοσπονδίας και με τη γη των Τουρκοκυπρίων στο 25% και όχι στο 30%, καθώς ο Κύπριος ηγέτης ανησυχούσε για τα θέματα της επιστροφής των προσφύγων, της έλευσης Τούρκων εποίκων και το γεγονός ότι οι φυσικοί πλούτοι του νησιού βρίσκονταν στα κατεχόμενα.
Ο Μακάριος πίστευε ότι ήταν η σειρά της Δύσης να δράσει αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες, αλλά η Βρετανία πίστευε ότι επρόκειτο για θέμα που θα λυνόταν πρωτίστως βάσει διμερών συνομιλιών.
Στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις σημειώνεται επίσης ότι η Ελλάδα υποστήριζε το 1977 τη μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές κοινότητες και την υιοθέτηση από την χώρα «πολιτισμένης ευρωπαϊκής συμπεριφοράς». Γενικά, συχνές ήταν οι ανταλλαγές απόψεων μεταξύ Βρετανών και Ελλήνων διπλωματών κυρίως αναφορικά με την πορεία ένταξης της Αθήνας στην ΕΟΚ, καθώς και με το Κυπριακό.