Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Κατάλοιπα της αποικιοκρατίας: Νομικό και πολιτικό καθεστώς των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο

Με δήλωση της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1959 και έγινε αποδεκτή από τους Υπουργούς Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρίνισε ότι θα διατηρούσε την πλήρη κυριαρχία επί των περιοχών Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, οι οποίες θα χρησιμοποιούνταν ως στρατιωτικές βάσεις. Η κυριαρχία της Βρετανίας επί των δύο βρετανικών βάσεων αναγνωρίστηκε με την υπογραφή του άρθρου 1 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, ενώ η έκτασή τους καθορίστηκε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις στα 99 τετραγωνικά μίλια. Επιπρόσθετα, στη Συνθήκη Εγγυήσεως προστέθηκε ένα εμβόλιμο άρθρο, το άρθρο 3, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία, η Ελλάδα και η Τουρκία αναλάμβαναν την υποχρέωση να σέβονται την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου επί των περιοχών αυτών.

Δεν προξενεί επομένως έκπληξη το γεγονός ότι οι συμφωνίες της Ζυρίχης έγιναν αυθημερόν δεκτές από τη Βουλή των Κοινοτήτων της Αγγλίας, η οποία εξέφρασε την ομόφωνη ικανοποίηση της για αυτές. Η κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου επί των δύο Βρετανικών Βάσεων αναγνωρίστηκε εξάλλου και στο Πρωτόκολλο 3 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, το οποίο αποτελεί πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο. Στο Πρωτόκολλο προβλέπεται ότι η Συνθήκη Προσχώρησης δεν εφαρμόζεται στις δύο Βρετανικές Βάσεις, παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των συμφωνιών του Πρωτοκόλλου. Φαίνεται επομένως ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ενδυνάμωσε τη θέση των Βρετανικών Βάσεων, χάρη και στην ανοχή της κυπριακής διπλωματίας.

Νομικό καθεστώς

Είναι εντούτοις γεγονός ότι το καθεστώς των Βάσεων είναι εξαιρετικά ιδιόρρυθμο και ως εκ τούτου επισφαλές. Ως πρώτο σημείο θα πρέπει να προσεχθεί το γεγονός ότι οι Βάσεις, αν και χαρακτηρίζονται ως κυρίαρχες δεν αποτελούν κρατική οντότητα, εφόσον στερούνται του βασικότερου χαρακτηριστικού της ιδιότητας του κράτους, δηλαδή τη διεθνή αναγνώριση. Περαιτέρω οι Βάσεις δεν έχουν αυτονομία, όντας πλήρως εξαρτημένες από το Ηνωμένο Βασίλειο, στη δικαιοδοσία του οποίου και υπάγονται. Ούτε και μπορεί να υποστηριχθεί πειστικά ότι οι Βάσεις είναι «οιονεί κρατική οντότητα», εφόσον οι όποιες εξουσίες ασκούνται στο έδαφος των Βάσεων πηγάζουν αποκλειστικά από την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου και τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι οι αποικίες είναι αποικία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο; Το άρθρο 2 της Δήλωσης της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου (Παράρτημα Ο) προέβλεπε πως δεν συνιστούσε πρόθεση του Ηνωμένου Βασιλείου η εγκαθίδρυση και διοίκηση αποικιών, αλλά αποκλειστικά η ανάπτυξη των Βάσεων για στρατιωτικούς σκοπούς. Γεγονός είναι εξάλλου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ουδέποτε χαρακτήρισε τις Βάσεις ως αποικίες εντός της έννοιας του άρθρου 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή διαβίβασε σχετικά έγγραφα αναφορικά με αυτές προς τον ΟΗΕ.

Ορθότερο είναι επομένως να θεωρηθεί πως η κυριαρχία της Βρετανίας επί των Βάσεων αναφέρεται αποκλειστικά – και περιορίζεται – στην άσκηση αποτελεσματικού στρατιωτικού ελέγχου της Βρετανίας επί των Βάσεων, μια θέση που υιοθετήθηκε και από το κυπριακό Ανώτατο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια οι στρατιωτικές βάσεις της Βρετανίας δεν απολαμβάνουν οποιασδήποτε μορφής κυριαρχίας στο διεθνές δίκαιο. Δεν θα πρέπει περαιτέρω να θεωρηθεί ούτε ότι οι Βάσεις έχουν δικαίωμα σε χωρικά ύδατα, εφόσον ένα παρόμοιο δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μόνο από κράτη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Είναι βέβαια γεγονός ότι το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης προβλέπει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα διεκδικήσει ως μέρος των χωρικών της υδάτων, τα σχετικά ύδατα. Η αποδοχή αυτή όμως περιορισμών στα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά τα χωρικά ύδατα δεν υποδηλώνεί σε καμιά περίπτωση και ταυτόχρονη αποδοχή δικαιώματος των Βρετανικών Βάσεων σε χωρικά ύδατα.

Πολιτικό καθεστώς

Ανεξάρτητα από τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό τους πάντως, οι Βάσεις συνιστούν κατάλοιπο της αποικιοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το 2555/1969 και το 2621/1970 απαγορεύουν τη συνέχιση της αποικιοποίησης, οποιαδήποτε μορφή και αν λάβει αυτή. Σε κάθε περίπτωση, μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, δεν υφίσταται οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία για τη διατήρηση των Βρετανικών Βάσεων, εφόσον θεωρητικά η Βρετανία και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σύμμαχες χώρες. Αποτελεί πράγματι ένα ερώτημα κατά πόσο μπορεί να τεκμηριωθεί ως απαραίτητη η παρουσία Βρετανικών Βάσεων σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ και μάλιστα η εξαίρεση των Βάσεων αυτών από το έδαφος της ΕΕ. Αν η Βρετανία επιθυμούσε πραγματικά την ισχυροποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, τότε δεν θα μπορούσε βέβαια να δικαιολογηθεί η εξαίρεση των Βάσεων από την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.

Οι Βάσεις επομένως στερούνται νομιμοποίησης, ένα γεγονός που έχει επισημανθεί επανειλημμένα. Αυτή υπήρξε και η ομόφωνη θέση της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία υιοθέτησε ψήφισμα στις 30 Ιουνίου 2005, σύμφωνα με το οποίο οι Βάσεις συνιστούν αναχρονισμό και ότι αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς που υποβαθμίζουν την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και το διεθνές δίκαιο. Το ομόφωνο ψήφισμα επανέλαβε στην ουσία του δηλώσεις τις οποίες το σύνολο των Κυπρίων βουλευτών, όλων των κομματικών χώρων, είχε επανειλημμένα εκφράσει ήδη από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1968 ο τότε Πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης, είχε προαναγγείλει τη σύντομη διάλυση των βρετανικών Βάσεων, κάτι που βέβαια ουδέποτε συνέβη, παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει σαράντα έτη από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η πιο πάνω δήλωση.

Γεγονός είναι ότι παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις των Κύπριων πολιτικών ως προς το θέμα των βάσεων, στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση όπως το θέμα τεθεί επί τάπητος, ενόσω διαρκεί το κυπριακό πρόβλημα.

Η παράβαση των οικονομικών υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου

Σημαντικό είναι επίσης να επισημανθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις, οι οποίες πηγάζουν από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Η Συνθήκη προβλέπει την καταβολή από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κυπριακή Δημοκρατία ενός ποσού 12 εκατομμυρίων λιρών για την πρώτη πενταετία ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ακολούθως το ύψος της δωρεάς θα τύγχανε αναθεώρησης. Αν και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ικανοποίησε τις υποχρεώσεις της αυτές κατά την πρώτη πενταετία, καταβάλλοντας τα σχετικά ποσά, στην συνέχεια, επικαλούμενη ως πρόφαση την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο, προέβαλε ως όρο την απαίτηση ότι η οικονομική βοήθειά της θα έπρεπε να αξιοποιείται προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου, δηλαδή Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Ισχυριζόμενη ότι η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυβέρνηση και τη Βουλή των Αντιπροσώπων έχει μεταβάλει τα δεδομένα, το Ηνωμένο Βασίλειο αρνείται μέχρι σήμερα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στη Δημοκρατία.

Περαιτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν καταβάλλει οποιαδήποτε χρηματικά ποσά σε σχέση με τις διευκολύνσεις που παρέχονται σε αυτό στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, διευκολύνσεις που σχετίζονται με την χρήση συχνοτήτων, οδικών δικτύων, λιμένων, εναέριου χώρου, νερού κοκ. Σύμφωνα με υπολογισμούς στους οποίους είχε προβεί η Δημοκρατία το 2005, το ύψος των οφειλόμενων ποσών υπερβαίνει τα 500 εκατομμύρια λίρες.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Άποψη"