Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Πλαστογραφώντας το μέλλον

Αρθρογραφεί: Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης

Θα ξεκινήσω με μια προσωπική εμπειρία. Πρόσφατα συνομιλούσα με ένα φίλο που διδάσκει σε αρκετά γνωστό αγγλικό πανεπιστήμιο και του ζήτησα να προβεί σε μια ανάλυση για το κυπριακό πρόβλημα. Αν και αποδέχθηκε, διέβλεπα ότι κάτι τον προβλημάτιζε και όταν τον ρώτησα, αυτός μου απάντησε χωρίς περιστροφές: «όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα το κύκλωμα στα βρετανικά πανεπιστήμια, αν με δουν να γράφω εναντίον των επιδιώξεων της βρετανικής πολιτικής για την Κύπρο, θα με πολεμήσουν και θα μου κόψουν κάθε χρηματοδότηση».

Το πρόβλημα με την βρετανική πολιτική είναι πως αυτή έχει πάψει εδώ και καιρό να ασχολείται με την πλαστογράφηση του παρελθόντος ή και του παρόντος ακόμα. Πλέον ο στόχος – καθοδηγούμενος πρωτίστως από τον «μεγάλο αδελφό» των ΗΠΑ – είναι η πλαστογράφηση του μέλλοντος. Και η πλαστογράφηση του μέλλοντος επέρχεται μέσα από την αλλοτρίωση του πνεύματος. Λέγεται συχνά σήμερα από ορισμένους κύκλους πως αν δεν είχαμε ξεσηκωθεί άλογα το 1955, τότε οι Βρετανοί θα μας είχαν αφήσει ελεύθερους και ανεξάρτητους. Παραγνωρίζοντας πως έχουν παρέλθει από τότε πάνω από πενήντα χρόνια και ακόμα οι Βρετανοί αγωνίζονται με κάθε τρόπο να παραμείνουν στην Κύπρο εσαεί και πως μοναδική τους έγνοια αποτελεί πώς να σχεδιάσουν την λύση του κυπριακού κατά τρόπο που να προτεκτορατοποιεί την Κύπρο και να τους διασφαλίζει τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου.

Η παθιασμένη προσπάθεια της Βρετανίας να διατηρήσει τη στρατηγική της θέση στη Μέση Ανατολή, ακόμα και όταν είχε καταστεί εμφανές πως η στρατηγική αυτή θέση είχε στην ουσία χαθεί, οδήγησε σε μια μονομανή άρνηση των κυπριακών και ελληνικών αιτημάτων, η οποία κορυφώθηκε με το περίφημο σχόλιο του Υφυπουργού Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον, σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν κάποιες περιοχές στην Κοινοπολιτεία οι οποίες λόγω των ειδικών συνθηκών που τις περιβάλλουν, δεν μπορούν ουδέποτε να ελπίζουν σε πλήρη ανεξαρτησία, μια φράση που θεωρήθηκε εύλογα ως αναφορά για την περίπτωση της Κύπρου.

Όταν οι Βρετανοί κατάλαβαν ότι οι υποτιμημένοι Κύπριοι είχαν πράξει το ανήκουστο, δηλαδή να ξεκινήσουν ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα εναντίον τους, αμέσως προσάρμοσαν την στρατηγική τους, αποδεχόμενοι ουσιαστικά την απώλεια της αποικίας Κύπρου, με αντάλλαγμα τη διατήρηση του στρατηγικού ελέγχου της περιοχής μέσα από την παρουσία των στρατιωτικών βάσεων και μέσα από την τελική μεταβολή του κυπριακού ζητήματος σε ελληνοτουρκική, αντί για ελληνοβρετανική, διαφορά. Αυτή η δυνατότητα ευελιξίας είναι σε τελική ανάλυση εκείνη που επιτρέπει στη Βρετανία να καθορίζει τις εξελίξεις σε σχέση με το κυπριακό πρόβλημα.

Αντίθετα με τους Βρετανούς η ελλαδική και κυπριακή ηγεσία εξακολουθούν να αμφιταλαντεύονται ως προς τους στόχους, ανήμπορες να επιδείξουν ευελιξία ή προσαρμοστικότητα. Μέχρι το 1974 βρίσκονταν σε διαρκή αμφιταλάντευση ανάμεσα στο αίτημα για ανεξαρτησία και το αίτημα για αυτοδιάθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαπραγματευθούν κατά ουσιαστικό τρόπο οποιοδήποτε από τα δύο αιτήματα. Μετά το 1974 εγκλωβίστηκαν σε ένα σύνθημα που αναζητούσε περιεχόμενο, δηλαδή την εξεύρεση της λειτουργικής και βιώσιμης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, την οποία όμως ουδείς υπήρξε πρόθυμος να ορίσει κατά τρόπο σαφή και ικανοποιητικό.

Είναι όμως πρακτικά αδύνατο να ασκήσεις ουσιαστική διπλωματία όταν δεν έχεις ξεκαθαρισμένους στόχους τους οποίους σκοπεύεις να διεκδικήσεις ή όταν δεν πιστεύεις ότι μπορείς να επιτύχεις τους στόχους που έχεις θέσει. Η μυστικότητα των Ελληνοκυπρίων διαπραγματευτών ως προς τους στόχους τους και τα όρια των υποχωρήσεών τους δεν έχει αποφέρει μέχρι σήμερα θετικά αποτελέσματα και ούτε αναμένεται να αποφέρει στο μέλλον. Ο λόγος είναι απλός: Η ασάφεια, ακόμα και όταν αυτή χαρακτηρίζεται με τον αδόκιμο όρο «εποικοδομητική» ευνοεί τους ισχυρούς και τους πιο αποφασισμένους και στην περίπτωση αυτή την Τουρκία και την Αγγλία.

Η μοναδική βιώσιμη επιλογή της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι επομένως η εμμονή στο δίκαιο και στη διατήρηση της κρατικής της κυριαρχίας. Κυρίως, η εμμονή στην αντίληψη ότι ο κυπριακός λαός είναι ο εγγυητής του κράτους και του Συντάγματος και πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί πια να διεξάγεται στην απουσία του λαού. Ο λόγος για τον οποίο καταλήξαμε στο αποτρόπαιο σχέδιο Ανάν ήταν διότι σταματήσαμε να στηρίζουμε τα επιχειρήματά μας στο δίκαιο. Διότι μετατρέψαμε ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής, δηλαδή παραβίασης του διεθνούς δικαίου, σε ανατολίτικο παζάρι αναφορικά με το έδαφος, τον αριθμό των συμπροέδρων, τις μόνιμες παρεκκλίσεις από το κεκτημένο και την εφεύρεση συνταγματικών μεθόδων με τις οποίες θα διασφαλιζόταν ότι κανένας πρόσφυγας δεν θα επιστρέψει στο σπίτι του.

Η απόρριψη του σχεδίου Αναν θα έπρεπε να είχε σηματοδοτήσει μια νέα αρχή. Μια αρχή η οποία θα πρέπει να έχει ως στόχο τη λύση. Μια λύση δημοκρατική που να στοχεύει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κυπριακού λαού και όχι των Άγγλων ή των Τούρκων, οι οποίοι επιθυμούν να διατηρήσουν και να νομιμοποιήσουν τα κεκτημένα της εισβολής. Κι όμως αυτό δεν συνέβη. Επιμένουμε ως Κυπριακή Δημοκρατία να συρόμαστε σε συνομιλίες που έχουν ενορχηστρωθεί κατά τη μέθοδο που βολεύει τους Άγγλους διπλωμάτες και μάλιστα επιμένουμε και ότι σημειώνουμε βήματα μπροστά, αρνούμενοι να διδαχθούμε από οποιαδήποτε λάθη του παρελθόντος. Μήπως τελικά επιδιώκουμε να ξαναγίνουμε αποικία σε μορφή προτεκτοράτου; Μήπως θα ικανοποιήσει τις απόκρυφες επιθυμίες μας η επιστροφή σε μια Κύπρο πλήρως ελεγχόμενη από την αγγλική διπλωματία, στην οποία οι φοιτητές θα μπαίνουν στα πανεπιστήμια με GCE, οι Καθηγητές θα μιλούν μόνο αγγλικά και κυπριακή διάλεκτο και η αγγλική θα καθιερωθεί ως η κοινή γλώσσα επικοινωνίας;

Για την επίτευξη στόχων απαιτείται στρατηγική, όραμα και τόλμη. Κυρίως απαιτείται να καταστεί αντιληπτό ότι ο κάθε λαός και το κάθε κράτος καθορίζουν με κάθε τους πράξη το μέλλον τους στον κόσμο. Δεν είναι δυνατόν να αναμένουμε από «καλούς Ευρωπαίους» να μας προστατεύουν, ούτε και είναι δυνατόν να φταίμε για όλα μας τα βάσανα τους «δαιμονικούς αγγλοαμερικάνους». Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανεξάρτητο κράτος μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και είναι καιρός να αρχίσει να συμπεριφέρεται ως τέτοιο. Ο Δημήτρης Ψαθάς στο βιβλίο του «Στο καρφί και στο πέταλο», γραμμένο την περίοδο του κυπριακού αγώνα του 1955 αναφέρει τα ακόλουθα: «θα ξαναγίνει η πανελλήνια εκδήλωση της διαμαρτυρίας μας για το κυπριακό. Επί μισή ώρα θα σταματήσει κάθε κίνηση, θα κλείσουν τα μαγαζιά, θα σταματήσουν τα εργοστάσια, θα καρφωθούν τα λεωφορεία και τα ταξί στη θέση τους και οι καμπάνες των εκκλησιών θα αρχίσουν να κτυπάνε πένθιμα. Τί είναι τούτοι; Έλληνες! Και γιατί κλαίνε; Αγωνίζονται για την Κύπρο!… Και μας κοιτάζει η Αγγλία και ψελλίζει: Βρε κοίτα ένας φοβερός λαός. Αυτοί είναι επικίνδυνοι. Ας τους δώσουμε την Κύπρο».

Αλίμονο! Οι φιλάνθρωποι χορηγοί κρατών που δεν βοηθούν τους εαυτούς τους είναι είδος προς εξαφάνιση.